ΑΝΑΛΥΣΗ

Έσωσε το ευρώ, θα σώσει και την Ιταλία

Έσωσε το ευρώ, θα σώσει και την Ιταλία

Κάθε φορά που η Ιταλία κινδυνεύει να εκτροχιαστεί, η λύση είναι μία, το να απευθυνθεί σε τεχνοκράτη. Και ο Μάριο Ντράγκι, ο τέως πρόεδρος της ΕΚΤ, είναι ο τελευταίος σε έναν κατάλογο ανθρώπων που ανέλαβαν ρόλο σταθεροποιητικό. Αυτό συμβαίνει όταν τα πράγματα είναι όντως άσχημα, είτε επειδή η οικονομία είναι ασταθής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να πανικοβάλλεται η αγορά ομολόγων, είτε επειδή η συνηθισμένη διαμάχη μεταξύ των κομμάτων έχει μετατραπεί σε πλήρες πολιτικό αδιέξοδο. Είναι, βέβαια, ένας περίεργος τρόπος να λειτουργήσει μια δυτική δημοκρατία. Ο εξωτερικός παράγοντας, που ήλθε για να αντιμετωπίσει τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα, δεν εκλέγεται από τον λαό. «Επειτα από πολλά προβλήματα, η Ιταλία βρίσκεται σε πολύ καλά χέρια και όχι στα χέρια λαϊκιστών», δήλωσε ο πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι. «Ο Μάριο Ντράγκι είναι ο κατάλληλος άνθρωπος, έσωσε το ευρώ και θα σώσει την Ιταλία». Oι συντάκτες του μεταπολεμικού συντάγματος ήθελαν να διασφαλίσουν ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα της χώρας θα θωρακισθεί πλήρως έναντι μιας επαπειλούμενης δικτατορίας. Εάν το τίμημα ήταν ο πολλαπλασιασμός κομμάτων και απείθαρχων συνασπισμών, ας είναι.

Πολλές ελπίδες στο εγχείρημα Ντράγκι

«Σύμφωνα με την εμπειρία μου, το πλεονέκτημα μιας κυβέρνησης τεχνοκρατών, είναι ότι μπορούσαμε να συνομιλήσουμε με όλες τις πολιτικές δυνάμεις, οπότε περάσαμε τα αριστερά και τα δεξιά μέτρα χωρίς προκατάληψη, εξασφαλίζοντας στήριξη ευρέος φάσματος», δήλωσε ο Στέφανο Σιλβέστρι, πολιτικός αναλυτής και σύμβουλος, ο οποίος υπηρέτησε υπό την  κυβέρνηση τεχνοκρατών του Λαμπέρτο Ντίνι τη δεκαετία του 1990. Δύο με τρία χρόνια χρειάζονται οι τεχνοκράτες για  το είδος των οδυνηρών και μη δημοφιλών περικοπών, που απεύχονται οι πολιτικοί. Με το τέλος του έργου, η χώρα οδεύει στις κάλπες. Στην περίπτωση του Ντράγκι, η δουλειά του δεν θα αφορά τις περικοπές, αλλά την οικοδόμηση. Και για τον σκοπό αυτό θα διαθέτει πάνω από 209 δισ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε. Μην ξεχνάμε ότι οι Ιταλοί έχουν κακές αναμνήσεις από την τελευταία κυβέρνηση τεχνοκρατών υπό τον Μάριο Μόντι, πρώην επίτροπο της Ε.Ε.,  του οποίου οι φορολογικές αυξήσεις και η σκληρή συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση ήταν βαθύτατα αντιδημοφιλείς. Η συνήθεια της πρόσκλησης τεχνοκρατών ξεκίνησε μετά την εξάρθρωση μιας ολόκληρης τάξης πολιτικών λόγω σκανδάλων στη δεκαετία του 1990, που οδήγησε στο να αναλάβει τα ηνία ο πρώην διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Κάρλο Ατζέλιο Τσιάμπι. Το 1995 επαναλήφθηκε η ίδια μέθοδος μετά την πτώση της πρώτης κυβέρνησης του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, όταν ανέλαβε ο βετεράνος της κεντρικής τράπεζας Λαμπέρτο Ντίνι. 

Ο Μάριο Μόντι θεωρήθηκε πολύ κοντά στις Βρυξέλλες και ιδιαίτερα αυστηρός στα δημοσιονομικά – τότε άρχισε να ριζώνει ο ευρωσκεπτικισμός στην Ιταλία. Ο Μάριο Ντράγκι θα πρέπει να ξεπεράσει αυτές τις αρνητικές αναμνήσεις, αλλά έχει και κάτι υπέρ του: η πανδημία έχει αναγάγει πλέον τις κρατικές παρεμβάσεις σε κάτι κανονικό, ώστε να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της.