ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κινεζικές μετοχές 1,1 τρισ. δολ. στα χέρια των Αμερικανών

Κινεζικές μετοχές 1,1 τρισ. δολ. στα χέρια των Αμερικανών

Από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ κήρυξε εμπορικό πόλεμο κατά της Κίνας, φέρνοντας στην επιφάνεια την προϋπάρχουσα αντιπαλότητα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο, πολλοί οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές προέβλεψαν την αναπόφευκτη αποδέσμευση ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Μέχρι στιγμής, όμως, τα στοιχεία για τις επενδύσεις από τις ΗΠΑ προς την Κίνα και αντιστρόφως  διαψεύδουν την πρόβλεψη. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, όταν το θέμα αφορά το χρήμα και το κέρδος, η Κίνα μάλλον έλκει τις ΗΠΑ παρά τις απωθεί.

Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας δεδομένων Rhodium Group, στο τέλος του περασμένου έτους Αμερικανοί επενδυτές είχαν μετοχές κινεζικών εταιρειών αξίας 1,1 τρισ. δολαρίων, περίπου πενταπλάσια των 211 δισ. δολαρίων που ανέφεραν σχετικά τα επίσημα στοιχεία της αμερικανικής κυβέρνησης τον Σεπτέμβριο. Οπως τονίζει η βρετανική εφημερίδα, σε μεγάλο βαθμό η απόκλιση ανάμεσα στα επίσημα στοιχεία των ΗΠΑ και σε εκείνα της Rhodium οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές από τις κινεζικές εταιρείες που εκδίδουν μετοχές έχουν έδρα σε φορολογικούς παραδείσους όπως, για παράδειγμα, στις νήσους Κέιμαν. Είναι τόσο συνήθης αυτή η πρακτική ώστε οι νήσοι Κέιμαν έχουν αναβαθμιστεί στην πρώτη θέση μεταξύ των προορισμών αμερικανικών επενδύσεων, πάνω από τη Βρετανία, την Ιαπωνία και τον Καναδά.

To 2020

Μιλώντας στους FT, ο Τίλο Χάνεμαν, συνεργάτης της Rhodium, σημείωσε πως «με τις επιλογές του, ο Τραμπ αναβάθμισε το ρίσκο στις επενδύσεις ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, αλλά δεν έκαμψε το ενδιαφέρον της αγοράς για μεγαλύτερη ενοποίηση των δύο οικονομιών». Στη διάρκεια του περασμένου έτους, οι Αμερικανοί επενδυτές επέδειξαν έντονο ενδιαφέρον για τις κινεζικές εταιρείες που συνολικά άντλησαν 19 δισ. δολάρια είτε με την αρχική δημόσια εγγραφή τους σε αμερικανικά χρηματιστήρια είτε με τη δεύτερη έκδοση μετοχών. Μόνον το 2014 ήταν μεγαλύτερη η αντίστοιχη αξία, και αιτία ήταν τότε η εισαγωγή της Alibaba στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, οπότε ο κινεζικός κολοσσός του ηλεκτρονικού εμπορίου είχε αντλήσει από την αμερικανική αγορά 25 δισ. δολάρια.

Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ έχουν προηγηθεί οι προγραφές κινεζικών επιχειρήσεων που καταχώρισε σε «μαύρη λίστα» ο Ντόναλντ Τραμπ, απαγορεύοντας στους Αμερικανούς επενδυτές να τοποθετούν κεφάλαιά τους σε αυτές, χαρακτηρίζοντάς τις ύποπτες για στενούς δεσμούς με τις ένοπλες δυνάμεις της Κίνας. Απαγόρευσε, άλλωστε, στις αμερικανικές βιομηχανίες να προμηθεύουν τις ύποπτες κινεζικές εταιρείες με αμερικανική τεχνολογία. 

H Kίνα αλλάζει τα δεδομένα και στην κινηματογραφική αγορά
Σκληρή στάση απέναντι στην Κίνα θα κρατήσει η κυβέρνηση Μπάιντεν

Τελευταίο πλήγμα που αποφάσισαν οι αμερικανικές αρχές στο τέλος του περασμένου έτους και της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ στο τιμόνι της υπερδύναμης ήταν η αναγκαστική διαγραφή δεκάδων κινεζικών επιχειρήσεων από τους δείκτες του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Ανάμεσά τους συμπεριελήφθησαν και οι τρεις κινεζικοί κολοσσοί τηλεπικοινωνιών China Unicom, China Telecom και China Mobile. Ο νέος πρόεδρος, όμως, έχει αναβάλει την εφαρμογή αυτής της απόφασης μέχρι τις 27 Μαΐου, οπότε και θα αρχίσει να επανεξετάζει τις κινήσεις του προκατόχου του. 

Πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι παραμένει ακόμη αβέβαιο πόσο σκληρή στάση θα τηρήσει τελικά ο Τζο Μπάιντεν έναντι του Πεκίνου. Σε πρόσφατη ομιλία του προειδοποίησε πως η τάση των δύο χωρών «να δημιουργήσουν μικρούς κύκλους γύρω τους ή να προωθήσουν την αποσύνδεσή τους, να διακόψουν την εφοδιαστική αλυσίδα ή να επιβάλουν κυρώσεις θα οδηγήσει τον κόσμο στον διχασμό, ακόμη και στην αντιπαράθεση».

Ανησυχία

Από κινεζικής πλευράς, άλλωστε, ανησυχία για το ενδεχόμενο αποσύνδεσης των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου εξέφρασε η Γιου Τζίε, συνεργάτης του ερευνητικού ινστιτούτου Chatham House. Η ίδια απέδωσε μάλιστα την πρόσφατη επενδυτική συμφωνία του Πεκίνου με τις Βρυξέλλες και τη συμμετοχή του στη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο με πολλές ασιατικές χώρες αλλά και με τη Νέα Ζηλανδία στην πρόθεσή του να εξασφαλίσει ότι θα συνεχιστούν οι εισροές ξένων επενδύσεων στη χώρα. Σημειωτέον ότι στη διάρκεια του περασμένου έτους η Κίνα προσείλκυσε άμεσες ξένες επενδύσεις ύψους 163 δισ. δολαρίων και αναδείχθηκε σε πρώτο στον κόσμο προορισμό ξένων επενδύσεων. Στο ίδιο χρονικό διάστημα η αμερικανική οικονομία προσείλκυσε επενδύσεις ύψους 134 δισ. δολαρίων.