ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το υπερόπλο που κρύβουν στα ταμεία τους οι επιχειρήσεις

Το υπερόπλο που κρύβουν  στα ταμεία τους οι επιχειρήσεις

Η πανδημία έχει εξωθήσει τις επιχειρήσεις να συσσωρεύσουν δυσθεώρητο χρέος εκμεταλλευόμενες το ιδιαίτερα χαμηλό κόστος του δανεισμού. Πολλοί οικονομικοί αναλυτές υπογραμμίζουν, έτσι, τους κινδύνους που εγκυμονεί αυτή η υπερχρέωση. Οπως, όμως, επισημαίνει η Capital Economics, οι επιχειρήσεις έχουν επίσης συγκεντρώσει μεγάλη ρευστότητα και σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε επενδύσεις που θα δώσουν ώθηση στην οικονομία και στις αγορές. Στις ανεπτυγμένες αγορές, οι εταιρείες εκτός χρηματοπιστωτικού κλάδου έχουν συγκεντρώσει πρόσθετη ρευστότητα ύψους 1,3 τρισ. ευρώ, που σημαίνει ότι παρά το χρέος τους οι ισολογισμοί τους δεν είναι τόσο επισφαλείς όσο φαίνονται. Σύμφωνα με τον εν λόγω οίκο, οι εταιρείες ενδέχεται να αιφνιδιάσουν θετικά την οικονομία διαθέτοντας αυτήν τη συσσωρευμένη ρευστότητα για να αυξήσουν σημαντικά τις επενδύσεις τους.

Η ανησυχία για το χρέος των επιχειρήσεων οφείλεται στην αύξηση που σημείωσε τα τρία πρώτα τρίμηνα του περασμένου έτους από τα 42 δισ. δολάρια στα 44 δισ. δολάρια. Η υπερχρέωση αυτή εκτιμάται πως ενέχει τον κίνδυνο νέου κύματος χρεοκοπιών, δεδομένου ότι η μερική ανάκαμψη της κερδοφορίας τους απειλείται από τα περιοριστικά μέτρα που επανέρχονται στις περισσότερες χώρες. Οπως, ωστόσο, αναφέρει η Capital Economics, παράλληλα με την κατάρρευση των εσόδων των επιχειρήσεων μειώθηκε και το κόστος τους.

Σε μεγάλο βαθμό η μείωση του κόστους οφείλεται στα μέτρα στήριξης που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων οικονομιών, όπως οι επιδοτήσεις μισθών, οι φοροελαφρύνσεις, το «πάγωμα» πληρωμών και ενοικίων. Ετσι οι κυβερνήσεις απέτρεψαν μια ραγδαία πτώση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων που θα μπορούσε να πλήξει καίρια την οικονομία, ενώ περιόρισαν την αύξηση του χρέους των επιχειρήσεων. Με εξαίρεση τη Γαλλία, οι δείκτες χρέους προς κερδοφορία σημείωσαν μόνον ελαφρά αύξηση, ενώ μειώθηκαν στη Νορβηγία και στην Αυστραλία.

Στο μεταξύ, οι επιχειρήσεις περιόρισαν τις επενδύσεις τους με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη ρευστότητα στα ταμεία τους. Εχουν, άλλωστε, εκμεταλλευθεί την ευνοϊκή συγκυρία των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων και έχουν προχωρήσει σε εκτεταμένο δανεισμό, που θα αποπληρώσουν όταν θα είναι και πάλι ευνοϊκές οι συνθήκες.

Εν ολίγοις, ο δείκτης καθαρού χρέους των επιχειρήσεων αυξήθηκε ελάχιστα στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου ενώ επέστρεψε στα προ της πανδημίας επίπεδα έως το τρίτο τρίμηνο. Στους περισσότερους κλάδους, μάλιστα, ο ρυθμός αύξησης του καθαρού χρέους ήταν χαμηλότερος από το σύνηθες.

Η Capital Economics επισημαίνει, πάντως, πως πρόβλημα ανησυχητικής υπερχρέωσης αντιμετωπίζουν πράγματι οι επιχειρήσεις όσων κλάδων επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία, δηλαδή οι τομείς του τουρισμού, των ταξιδιών, η πετρελαϊκή βιομηχανία και ο κλάδος των εξορύξεων. Ο εν λόγω οίκος τονίζει, τέλος, πως οι περισσότεροι κλάδοι έχουν λάβει δάνεια με ευνοϊκούς όρους και τα ομόλογά τους έχουν εκδοθεί με χαμηλές αποδόσεις και εκτιμά πως η κατάσταση των επιχειρήσεων δεν εμπνέει ανησυχία.

Ευελπιστεί, αντιθέτως, πως η μεγάλη ρευστότητα των επιχειρήσεων μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων, όπως επίσης η αποταμίευση που έχουν συγκεντρώσει τα νοικοκυριά μπορεί να οδηγήσει σε τόνωση της ζήτησης από τα νοικοκυριά και αυξημένη κατανάλωση που θα ενισχύσει το ΑΕΠ από 3% έως 6%. Εκτιμά ειδικότερα πως οι επιχειρήσεις έχουν ισχυρά κίνητρα για να αυξήσουν τις επενδύσεις τους σε νέες τεχνολογίες όπως, για παράδειγμα, η ρομποτική και οι ανέπαφες τεχνολογίες. Οπως τονίζει, άλλωστε, οι τομείς που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία δεν αντιπροσωπεύουν σημαντική μερίδα των πάγιων επενδύσεων. 
Δεν παραλείπει, πάντως, να τονίσει ότι υπάρχουν όντως εστίες κινδύνου, δεδομένου ότι ακόμη και προ της πανδημίας το εταιρικό χρέος ήταν αυξημένο.