ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενα τρισ. δολ. το κόστος για τις ΗΠΑ από ένα οικονομικό διαζύγιο με την Κίνα

Ενα τρισ. δολ. το κόστος για τις ΗΠΑ από ένα οικονομικό διαζύγιο με την Κίνα

Δυσθεώρητο κόστος, ίσως μεγαλύτερο και από 1 τρισ. δολ. αθροιστικά, μπορεί να έχει για τις ΗΠΑ μια ολοκληρωτική αποσύνδεσή της από την οικονομία και τις επιχειρήσεις της Κίνας. Σύμφωνα με σχετική μελέτη του αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου και του ομίλου Rhodium, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα, στο ιλιγγιώδες αυτό ποσό θα έφταναν αθροιστικά και σε βάθος χρόνου η μείωση του αμερικανικού ΑΕΠ και η απώλεια ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής οικονομίας.

Αν, για παράδειγμα, η Ουάσιγκτον αποφάσιζε να γενικεύσει σε όλες τις εισαγωγές από την Κίνα τους δασμούς 25% που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ σε ορισμένα κινεζικά προϊόντα, θα μειωνόταν κάθε χρόνο το αμερικανικό ΑΕΠ κατά 190 δισ. δολάρια. Οπως, πάντως, τονίζει η έκθεση έκτασης 92 σελίδων που εκπονήθηκε το 2019, προτού η πανδημία καταφέρει πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία, οι επιπτώσεις μιας πλήρους αποσύνδεσης των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη δεν σταματούν εδώ. Αν οι Αμερικανοί επενδυτές αναγκάζονταν να εκποιήσουν όσες άμεσες επενδύσεις έχουν στην Κίνα και να εγκαταλείψουν την κινεζική αγορά, θα έχαναν αποδόσεις κεφαλαίου που θα έφταναν στα 25 δισ. δολάρια τον χρόνο. Παράλληλα, το αμερικανικό ΑΕΠ θα μειωνόταν κατά τουλάχιστον 500 δισ. δολάρια. Επιπλέον, αν ο τουρισμός από την Κίνα και οι δαπάνες των Κινέζων σε εκπαιδευτικά προγράμματα μειώνονταν στο ήμισυ σε σύγκριση με τα προ της πανδημίας επίπεδα, η αμερικανική οικονομία θα έχανε από 15 ώς 30 δισ. δολάρια ετησίως σε εξαγωγές υπηρεσιών.

Τα πορίσματα της εν λόγω έκθεσης δίνονται στη δημοσιότητα σε μια στιγμή κατά την οποία οι επενδυτές έχουν στραμμένο το βλέμμα στον Λευκό Οίκο για να διαπιστώσουν ποια θα είναι η πολιτική του Τζο Μπάιντεν απέναντι στη δεύτερη οικονομία του κόσμου. Προκύπτουν από μελέτη του αντικτύπου που θα είχε στη βιομηχανία των αερομεταφορών, των ημιαγωγών, των χημικών και του ιατρικού εξοπλισμού μια επιθετική πολιτική της Ουάσιγκτον κατά του Πεκίνου. Αν, για παράδειγμα, οι αμερικανικές βιομηχανίες έχαναν ολοκληρωτικά την πρόσβαση στην τεράστια κινεζική αγορά αεροσκαφών, οι ΗΠΑ θα ζημιώνονταν με 875 δισ. δολάρια μέχρι το 2038.

Εχουν προηγηθεί τα τελευταία χρόνια εντάσεις στις διμερείς σχέσεις ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο από τη στιγμή κατά την οποία ο τέως πρόεδρος επέβαλε δασμούς σε κινεζικά προϊόντα και εμπάργκο κατά ισχυρών κινεζικών επιχειρήσεων, ενώ απαίτησε διεξοδικούς ελέγχους στις διασυνοριακές ροές κεφαλαίων. Στόχος όλων αυτών των μέτρων ήταν να αντιμετωπιστούν προβλήματα που επί χρόνια προκαλούσε η στάση της Κίνας στις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις της με τις ΗΠΑ όπως η αναγκαστική παραχώρηση τεχνογνωσίας από τις αμερικανικές επιχειρήσεις στις κινεζικές ως όρος για να τους επιτραπεί η δραστηριοποίηση στην κινεζική αγορά αλλά και οι επιδοτήσεις που χορηγούσε το Πεκίνο σε κινεζικές επιχειρήσεις για να διευκολύνει τις εξαγορές ξένων επιχειρήσεων. Οπως τονίζουν, πάντως, οικονομικοί αναλυτές, το κόστος από ένα διαζύγιο ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου θα επεκτεινόταν πολύ πέραν της ζημίας σε κεφάλαια.

Ενα κύμα από σαρωτικές πολιτικές των ΗΠΑ εναντίον της Κίνας θα έπληττε καίρια άλλες χώρες, καθώς θα τις ανάγκαζε να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με την υπερδύναμη. Εξάλλου τέτοιου είδους πολιτικές θα οδηγούσαν σε αύξηση του κόστους των αμερικανικών επιχειρήσεων και θα υποβάθμιζαν τη δυνατότητά τους να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Προκειμένου, πάντως, να αντιμετωπίσει τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας η Ουάσιγκτον, η έκθεση του αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου προτείνει στην αμερικανική κυβέρνηση να κινείται με «στενά στοχευμένες δράσεις», όπως περιορισμούς στις εξαγωγές συγκεκριμένων αδειών τεχνολογίας.