ΑΠΟΨΗ

Το φάντασμα του πληθωρισμού;

Το φάντασμα του πληθωρισμού;

Ο Τζο Μπάιντεν, ένας κατά τα άλλα μετριοπαθής Δημοκρατικός πολιτικός και πρόεδρος μιας θητείας, ετοιμάζεται να προωθήσει ένα ριζοσπαστικό δημοσιονομικό πακέτο τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας ίσο περίπου με το 9% του αμερικανικού ΑΕΠ. Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια αυτή τόνωσης της δαπάνης επιχειρεί να απαντήσει, πολύ δραστικά τούτη τη φορά, στο φαινόμενο της αδύναμης οικονομικής μεγέθυνσης, φαινόμενο το οποίο άλλωστε παρατηρείται γενικότερα στις δυτικές οικονομίες μετά τη μεγάλη ύφεση του 2008-09. Παρά τις «διευκολυντικές» αλλά και ενίοτε «αντισυμβατικές» νομισματικές πολιτικές, η αδύναμη συνολική ζήτηση φαίνεται πως αποτελεί πράγματι μια κληρονομιά της μεγάλης ύφεσης. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο ονομάζεται «υστέρηση», έχει λάβει ένα σχεδόν μόνιμο χαρακτήρα, με αποτέλεσμα μια επίσης μόνιμη αρνητική επίδραση στη συνολική προσφορά και στο δυνητικό προϊόν της οικονομίας. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή φαίνεται να ισχύει αντεστραμμένος ο νόμος του J. B. Say.

«Η έλλειψη της ζήτησης δημιουργεί και ένα μόνιμο έλλειμμα στην προσφορά».

Οι επιδράσεις μιας τέτοιας κατάστασης είναι σοβαρές. Οι δυτικές οικονομίες χαρακτηρίζονται από ένα επίμονο πρόβλημα «απορρόφησης των αποταμιεύσεων» οι οποίες ανέρχονται συνεχώς. Η δε πανδημία έχει αναδείξει –έχει επιδεινώσει– ακόμη περισσότερο το πρόβλημα αυτό. Η αβεβαιότητα, το δημογραφικό ζήτημα και η μείωση της συμμετοχής του εργατικού δυναμικού, η απομαζικοποίηση της οικονομίας είναι παράγοντες που δρουν στην ίδια κατεύθυνση.

Αν ισχύουν έστω και μερικώς τα ανωτέρω, η πολιτική που προτείνεται από την υπουργό των Οικονομικών κ. Γέλεν, μια δηλαδή μάλλον κατ’ αναλογίαν αντισυμβατική επεκτατική δημοσιονομική πολιτική του τύπου «δανείσου και ξόδεψε» και την οποία η ίδια έχει στο παρελθόν ονοματίσει πολιτική της «high pressure economy», περιλαμβάνει μια άνευ προηγουμένου τόνωση της συνολικής ζήτησης που πιθανόν να οδηγήσει και σε μια σφιχτή αγορά εργασίας.

Οδηγούμαστε τότε στην επιτάχυνση του πληθωρισμού; Οι L. Summers και O. Blanchard, συγκρίνουν το πακέτο της δημοσιονομικής τόνωσης με το παραγωγικό κενό της αμερικανικής οικονομίας, το οποίο κενό βρίσκεται περίπου μόλις στο 1/3 του πακέτου. 

Συγκρίνουν επίσης με τη ζημιά που η πανδημία έχει προκαλέσει στα εισοδήματα, η οποία ζημιά βρίσκεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από την προτεινόμενη δημοσιονομική τόνωση. Επομένως, ως υποστηρίζεται, με τα δεδομένα αυτά είναι πολύ πιθανή μια επανεμφάνιση σοβαρών πληθωριστικών πιέσεων μετά τρεις περίπου δεκαετίες. Υπάρχουν άλλωστε κάποια δειλά δείγματα για κάτι τέτοιο στην αγορά του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου. Σε μια τέτοια προοπτική, ο κεντρικός τραπεζίτης της Fed Τζ. Πάουελ δηλώνει ότι προς το παρόν η νομισματική πολιτική πρέπει να παραμείνει «υπομονετικά διευκολυντική» («patiently accomοdative»).

Εάν πάντως επαληθευτούν όλα τα ανωτέρω και όντως υπάρξει κάποια αναζωπύρωση των πληθωριστικών προσδοκιών, η άσκηση της νομισματικής πολιτικής γίνεται μια δύσκολη εξίσωση. Μια ιδέα που βρίσκεται πίσω από την ισχυρά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική στη σημερινή συγκυρία είναι να «πληθωριστεί το χρέος». Μόνο το χρέος των φοιτητών φαίνεται πως στην Αμερική αγγίζει τα 2 τρισ. δολ. Αυτός πράγματι είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης του ιδιωτικού αλλά και του δημοσίου χρέους, τα οποία σημειώνεται πως έχουν δραματικά επιδεινωθεί με την πανδημία. Αλλά στην περίπτωση αυτή η νομισματική πολιτική οφείλει να υπερασπιστεί πρωτίστως τη σταθερότητα των τιμών. Επί του παρόντος, η μία πολιτική «συμπληρώνει» την άλλη, δημοσιονομική και νομισματική, προς την ίδια επεκτατική κατεύθυνση. Μια ενδεχόμενη όμως αύξηση των επιτοκίων για να προστατευθεί η σταθερότητα των τιμών θα ακύρωνε μερικώς τη δημοσιονομική επέκταση που επιχειρείται με το πακέτο Μπάιντεν και θα έθετε εκ νέου το ζήτημα του άριστου σημείου συνεργασίας και συμπληρωματικότητας δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Ολα τα ανωτέρω δεν αφορούν φυσικά μόνο την Αμερική. Η νομισματική πολιτική της Fed επηρεάζει και θα επηρεάσει την Ευρωζώνη μέσα από τα κανάλια της συναλλαγματικής ισοτιμίας, των χρηματαγορών αλλά και της αύξησης των εισαγωγών λόγω ενδεχομένως της τόνωσης της αμερικανικής εσωτερικής ζήτησης. Πολύ περισσότερο όταν η ίδια η Ευρωζώνη ενδέχεται να αντιμετωπίσει προσεχώς παρόμοια ζητήματα.

* Ο κ. Θεόδωρος Πελαγίδης είναι υποδιοικητής της ΤτΕ, καθηγητής Oικονομικής Aνάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.