ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το υπερόπλο Μπάιντεν και οι αργοί ρυθμοί της Ε.Ε.

Πώς αναμένεται να επιδράσουν στην ανάκαμψη τα μέτρα στήριξης

Το υπερόπλο Μπάιντεν και οι αργοί ρυθμοί της Ε.Ε.

Την ώρα κατά την οποία στις ΗΠΑ δρομολογείται ένα γενναίο πακέτο στήριξης της οικονομίας με σκοπό να επιταχύνει την ανάκαμψη από την κρίση της πανδημίας, μεγάλο μέρος της Ευρώπης κωλυσιεργεί στη λωρίδα αργής κυκλοφορίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της UniCredit, αν το Κογκρέσο εγκρίνει στο ακέραιο το πακέτο του 1,9 τρισ. δολαρίων που προωθεί ο πρόεδρος Μπάιντεν, οι δαπάνες της αμερικανικής κυβέρνησης το 2021 θα είναι υπερτριπλάσιες από τα ποσά που σχεδιάζουν να διαθέσουν οι χώρες της Ευρωζώνης.

Κατά συνέπεια, οι περισσότεροι οικονομολόγοι προβλέπουν πως η αμερικανική οικονομία θα φτάσει στα προ πανδημίας επίπεδα γύρω στα μέσα του έτους, που σημαίνει ένα ολόκληρο έτος νωρίτερα από την Ευρωζώνη. Η JPMorgan Chase εκτιμά πως «η δημοσιονομική ώθηση» που θα προσφέρουν στην αμερικανική οικονομία οι δαπάνες της κυβέρνησης, μείον όποια ζημία συνεπάγεται η λήξη των φοροαπαλλαγών και των μέτρων στήριξης, θα προσθέσει 1,8% στο αμερικανικό ΑΕΠ φέτος. Για την Ευρωζώνη προβλέπει ότι οι αντίστοιχες πολιτικές θα μειώσουν το ΑΕΠ της κατά 0,1%. Οι αργοί ρυθμοί της Ευρώπης οφείλονται μερικώς στη δυσκίνητη δομή της. Οι 27 κυβερνήσεις της Ε.Ε. ορίζουν ξεχωριστά τις δικές τους πολιτικές και χρειάστηκαν μήνες διαπραγματεύσεων πέρυσι για να συμφωνήσουν στο Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ.

Ακόμη και τώρα επεξεργάζονται προτάσεις για το πώς θα διατεθούν τα χρήματα του Ταμείου που πιθανώς δεν θα αρχίσουν να εκταμιεύονται παρά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Μια τόσο προσεκτική διαχείριση σίγουρα έχει και τα πλεονεκτήματά της. Αν πάνε όλα καλά, η Ε.Ε. θα έχει μια σωστά διαρθρωμένη σειρά προγραμμάτων που θα αναβαθμίσουν την παραγωγικότητά της και το δυναμικό ανάπτυξής της για τα επόμενα χρόνια.

Αν, όμως, δεν πάνε κατ’ ευχήν, η Γηραιά Ηπειρος θα έχει προβλήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

«Το θέμα είναι τι θέλουμε να επιτύχουμε» δηλώνει ο Κάρστεν Μπρζέσκι, οικονομολόγος της ING στη Γερμανία και διευκρινίζει, «θέλουμε αυτήν τη βραχυπρόθεσμη τόνωση ή να χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα για να βελτιώσουμε τη δομή της οικονομίας κατά βιώσιμο τρόπο; Στην Ευρώπη χρειαζόμαστε το δεύτερο». Για την Ε.Ε. το Ταμείο Ανάκαμψης σε συνδυασμό με τον προϋπολογισμό του 1,1 τρισ. ευρώ αποτελεί θεαματική στήριξη. Τα χρήματα θα δαπανηθούν από φέτος έως και το 2027, με μεγάλο μέρος τους να προορίζεται για τον «εκσυγχρονισμό», όπως για παράδειγμα η ψηφιοποίηση αλλά και η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Οχι μόνον πρόκειται για το μεγαλύτερο πακέτο στήριξης στην ιστορία της Ε.Ε. αλλά παράλληλα χρηματοδοτείται από ομόλογα που θα εκδοθούν από κοινού. Είναι η πρώτη φορά που η Ε.Ε. συμφώνησε τέτοιου είδους μέτρο. Είναι προσωρινό αλλά τα στελέχη της ΕΚΤ ευελπιστούν πως θα οδηγήσει τελικά σε κάποια μόνιμη δυνατότητα κοινής δημοσιονομικής στήριξης, που πρακτικά θα είναι αντίστοιχη του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού των ΗΠΑ. Η Ευρωζώνη έχει αγωνιστεί να αμβλύνει τις οικονομικές αποκλίσεις ανάμεσα στις χώρες-μέλη της τις οποίες έφερε ξανά στην επιφάνεια η πανδημία. Τα εθνικά προγράμματα δημοσιονομικής στήριξης ήταν πιο γενναιόδωρα στις πλούσιες χώρες, όπως η Γερμανία, σε σύγκριση με εκείνα των ασθενέστερων, όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Και κανείς δεν έχει πεισθεί πως η Ευρώπη τα κάνει σωστά. Ο Ερικ Νίλσεν, επικεφαλής των οικονομολόγων της UniCredit, χαρακτηρίζει «ουσιαστικά ανεπαρκή» την προσέγγιση της Ευρωζώνης και θεωρεί πως σε σύγκριση με τα αμερικανικά, τα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης είναι περίπλοκα και ακατανόητα. Σε σχετική έκθεσή του προβλέπει πως η ευρωπαϊκή προσέγγιση θα οδηγήσει τελικά σε ισχνή ανάκαμψη, υψηλή ανεργία, βαθύτερα σημάδια στην οικονομία και χαμηλό πληθωρισμό. Κάτι εξαιρετικά γνώριμο στην Ευρωζώνη. Η εμμονή στη λιτότητα με σκοπό τη μείωση του χρέους μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση της διετίας 2008-2009 αντί για την τόνωση της ανάπτυξης μέσω της κατανάλωσης καταδίκασε την Ευρωζώνη σε μια πολύ αργή ανάκαμψη που μετεξελίχθηκε σε κρίση χρέους και διπλή ύφεση. Το ΔΝΤ εκτιμά πως το 2020 το αμερικανικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 3,2%, ενώ της Ευρωζώνης κατά 5,1%.

Η Μαρία Δεμερτζή, διευθυντικό στέλεχος, εκτιμά πως οι ευρωπαϊκές χώρες κάνουν καλά που επικεντρώνονται στη στήριξη των επενδύσεων και των προβληματικών πτυχών της οικονομίας. Επισημαίνει όμως ότι δεν έχουν ληφθεί αρκετά μέτρα για να δοθεί ώθηση στην κατανάλωση.

Η εμπειρία μας από το 2020 καταδεικνύει ότι οι Ευρωπαίοι μάλλον θα βγουν έξω και θα αρχίσουν να δαπανούν μόλις τους το επιτρέψουν οι κυβερνήσεις τους. Τα νοικοκυριά έχουν συγκεντρώσει αποταμιεύσεις εκατοντάδων δισ. ευρώ που δεν μπορούσαν να δαπανήσουν στη διάρκεια των lockdowns. Και αυτά τα κεφάλαια μπορούν να δώσουν ώθηση στην οικονομία.