ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΕΚΤ έμεινε θεατής στη μάχη της αγοράς των ομολόγων

i-ekt-emeine-theatis-sti-machi-tis-agoras-ton-omologon-561281509

Απλός παρατηρητής έμεινε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε ό,τι αφορά το ισχυρό sell-off που ταρακούνησε τα ομόλογα της Ευρωζώνης στο μεγαλύτερο μέρος της περασμένης εβδομάδας, καθώς αντί να ενισχύσει τις εβδομαδιαίες αγορές τίτλων, τις μείωσε σε σχέση με τις προηγούμενες εβδομάδες, και μάλιστα στα χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχές του έτους.

Οπως έδειξαν τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα τη Δευτέρα, η ΕΚΤ αγόρασε τίτλους αξίας 12,037 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος πανδημίας PEPP την εβδομάδα που έληξε στις 26 Φεβρουαρίου, κατά 5 δισ. ευρώ, περίπου, χαμηλότερα σε σύγκριση με κάθε μία από τις δύο εβδομάδες που προηγήθηκαν, όταν οι αγορές είχαν διαμορφωθεί στα 17,2 δισ. ευρώ, περίπου. Οι συνολικές θέσεις του προγράμματος, το οποίο έχει μέγεθος και «πυρομαχικά» ύψους 1,85 τρισ. ευρώ, στα τέλη του Φεβρουαρίου, διαμορφώθηκαν στα 866,7 δισ. ευρώ. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι συνολικές αγορές υπό όλα τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης που «τρέχει» η ΕΚΤ (συμπεριλαμβανομένου και του «κλασικού» QE) διαμορφώθηκαν στα 13,7 δισ. ευρώ μόλις την περασμένη εβδομάδα, σε σύγκριση με τα 23,2 δισ. ευρώ μία εβδομάδα νωρίτερα και μέσο όρο 23,9 δισ. ευρώ από τότε που ξεκίνησε το PEPP, τον Μάρτιο του 2020.

Σύμφωνα με εκπρόσωπο της ΕΚΤ, η μείωση αυτή του ρυθμού των εβδομαδιαίων αγορών εξηγείται από τις πολύ υψηλότερες αποπληρωμές τίτλων που έληξαν, το ύψος των οποίων αναμένεται να ανακοινωθεί σήμερα. Πάντως, όπως σημειώνουν και αναλυτές, η ΕΚΤ ήδη γνώριζε εκ των προτέρων τις λήξεις ομολόγων, οπότε το timing που επέλεξε να επιβραδύνει τη στήριξή της είναι πολύ ατυχές.

Το μπαράζ λεκτικών παρεμβάσεων από αξιωματούχους της ΕΚΤ την περασμένη εβδομάδα, με πρώτη την Κριστίν Λαγκάρντ, οι οποίοι διεμήνυσαν ότι παρακολουθείται στενά η άνοδος των αποδόσεων, δεν μετατράπηκε σε πράξεις, με την κεντρική τράπεζα να παραμένει σε μεγάλο βαθμό άπραγη και τους επενδυτές να δοκιμάζουν τις αντοχές και τις δεσμεύσεις της περί διατήρησης των ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης.

Αξίζει πάντως να σημειώσουμε πως τα εβδομαδιαία στοιχεία ουσιαστικά περιλαμβάνουν αγορές τίτλων που έγιναν στις 18-24 Φεβρουαρίου, καθώς χρειάζονται δύο ημέρες έως τον διακανονισμό των συναλλαγών, ο οποίος έγινε την Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου. Συνεπώς δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε πιθανή κίνηση της ΕΚΤ που έγινε την περασμένη Πέμπτη και Παρασκευή. Από την Παρασκευή ωστόσο τα… νερά της αγοράς ομολόγων της Ευρωζώνης έχουν ηρεμήσει, καθώς χθες η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ανέκαμψε από -0,227% την Πέμπτη στο -0,34%,  ενώ σημαντική βελτίωση σημείωσε και το ελληνικό 10ετές, με την απόδοση να υποχωρεί χθες στο 1,025% από 1,12% την Πέμπτη.

Σε κάθε περίπτωση, η περασμένη εβδομάδα καταγράφεται στα «πρακτικά» ως η πιο συντηρητική του έτους όσον αφορά τη στήριξη της ΕΚΤ, η οποία δεν έβαλε τελικά το χέρι βαθιά στην τσέπη για να ανακόψει την επιδείνωση του κλίματος. Η διστακτικότητα της ΕΚΤ να κάνει κάτι περισσότερο από το να παρεμβαίνει λεκτικά μεταφράζεται από παράγοντες της αγοράς ως απροθυμία να «φορτώσει» τον ισολογισμό της με ακριβότερα ομόλογα, αλλά και ως ένδειξη ότι εντός του διοικητικού της συμβουλίου υπάρχουν «φωνές» που εναντιώνονται στην ενίσχυση της στήριξης και είναι υπέρ του σταδιακού περιορισμού της.

Την περασμένη Παρασκευή, ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, έγινε ο πρώτος κεντρικός τραπεζίτης που έκανε ανοιχτά έκκληση για επιτάχυνση του ρυθμού αγορών ομολόγων υπό το PEPP, με τον Γάλλο κεντρικό τραπεζίτη Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό να τον ακολουθεί χθες, τονίζοντας πως «η ΕΚΤ μπορεί και πρέπει να ανταποκριθεί στην αδικαιολόγητη σύσφιγξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών».

Αναφερόμενη στις δηλώσεις του κ. Στουρνάρα, η Citigroup τόνισε ότι αποτελεί μία από τις πιο ισχυρές παρεμβάσεις ενός μέλους της κεντρικής τράπεζας και συμφώνησε πως η αύξηση της ονομαστικής απόδοσης των ομολόγων αποτελεί απειλή για τη δέσμευση της ΕΚΤ να διασφαλίσει ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και, ως εκ τούτου, πρέπει να αντιμετωπιστεί. Δεδομένης της αβεβαιότητας σχετικά με την ανάκαμψη, οποιαδήποτε αύξηση των αποδόσεων θα μπορούσε να καταστήσει λιγότερο εύκολο για τις κυβερνήσεις να εκδώσουν χρέος και θα πλήξει την ανάκαμψη. Εάν το ευρώ παραμείνει ισχυρό, τότε η ΕΚΤ πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι η μετάδοση της πολιτικής της στάσης είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική και πρέπει να αντιδράσει σε αυτό που ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη σύσφιγξη των συνθηκών. Ετσι, η ανακοπή της ανοδικής τάσης στις ονομαστικές αποδόσεις κρατικών ομολόγων πρέπει να είναι η προτεραιότητα, τόνισε η Citi, με τις αποφάσεις της συνεδρίασης της 11ης Μαρτίου να θεωρούνται κρίσιμες.