ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σήμα από Ε.Ε. για παράταση ελαφρύνσεων και το 2022

Προς διατήρηση μειωμένων εισφορών και αναστολής εισφοράς αλληλεγγύης

sima-apo-e-e-gia-paratasi-elafrynseon-kai-to-2022-561286450

Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για διατήρηση της δημοσιονομικής ευελιξίας και το 2022 ανοίγει τον δρόμο για τη διατήρηση, τουλάχιστον κατά το επόμενο έτος, των μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών και της απάλειψης της εισφοράς αλληλεγγύης, που θεσπίστηκαν ως προσωρινά μέτρα στον προϋπολογισμό του 2021.

Αισιοδοξεί το ΥΠΟΙΚ

Την εκτίμηση αυτή διατυπώνουν υψηλόβαθμες πηγές του υπουργείου Οικονομικών, υποστηρίζοντας ότι εφόσον εγκριθεί τελικώς η πρόταση της Κομισιόν, όπως αναμένεται, η πιθανότητα να διατηρηθούν τα μέτρα είναι ισχυρή. Διευκρινίζεται, ωστόσο, πως τα μέτρα θα έχουν και πάλι τη μορφή προσωρινού, αφού η ευελιξία που δίνεται έχει κι αυτή προσωρινό χαρακτήρα.

Στο οικονομικό επιτελείο θέλουν να κινηθούν προσεκτικά. Θεωρούν ότι είναι ακόμη νωρίς για αποφάσεις, δεδομένου ότι ούτε οι ευρωπαϊκοί κανόνες έχουν οριστικοποιηθεί, ούτε το τοπίο που θα αφήσει πίσω της η πανδημία έχει ξεκαθαρίσει. Επιπλέον, λαμβάνουν υπόψη τους τις αναταράξεις στις αγορές και σημειώνουν ότι δεν θέλουν να θέσουν σε κίνδυνο τις συνθήκες δανεισμού της χώρας, εμφανίζοντας ένα έλλειμμα που θα προκαλέσει ανησυχίες.

Σημειώνεται ότι η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες έχει κόστος 816 εκατ. ευρώ για τον προϋπολογισμό. Αφορά τις ασφαλιστικές εισφορές υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα που καταβάλλουν οι ίδιοι και οι εργοδότες. Η κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στον ιδιωτικό τομέα έχει κόστος 767 εκατ. ευρώ.

Υψηλό κόστος

Σχετικώς με το μέτρο της μειωμένης προκαταβολής φόρου, πάντως, που εφαρμόσθηκε, επίσης εκτάκτως, το 2020, οι εισηγήσεις του οικονομικού επιτελείου παραμένουν αρνητικές ως προς  την επανάληψή του φέτος, δεδομένης της πίεσης που ασκείται στον προϋπολογισμό. Το μέτρο είχε κοστίσει 1,6 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του 2020. Φέτος είναι μια χρονιά που δεν επιτρέπει περαιτέρω επιβαρύνσεις, δεδομένου ότι ήδη έχουν συσσωρευθεί πολλές εξαιτίας της παράτασης των lockdowns. Εκτός εάν τα πράγματα αλλάξουν τους επόμενους μήνες.

Η αλήθεια είναι ότι, προς το παρόν, το οικονομικό επιτελείο καίει ο φετινός προϋπολογισμός και όχι ακόμη αυτός του 2022. Αυτή τη στιγμή, προσπαθεί να κρατήσει μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη να στηρίξει την ανάκαμψη, αλλά και να μην ξεφύγει σε επικίνδυνα δημοσιονομικά μονοπάτια.

Το κόστος της στήριξης

Αυτό δεν είναι εύκολο. Το κόστος των μέτρων στήριξης έχει ήδη σκαρφαλώσει από τα 7,5 δισ. του προϋπολογισμού στα 11,6 δισ. ευρώ συνολικά, σύμφωνα με όσα ανέφερε η Κομισιόν στην έκθεσή της για την 9η μεταμνημονιακή αξιολόγηση, αλλά επιβεβαίωσε και ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας.

Οι τρεις εβδομάδες επιπλέον lockdown, μέχρι και τις 19 Μαρτίου, θα κοστίσουν περίπου 750 εκατ. ευρώ. Και το μέλλον είναι αβέβαιο. Πότε και ποια καταστήματα θα ανοίξουν, αν ανοίξουν, ύστερα από 15 ημέρες; Θα ανοίξουν πλήρως ή με τη μορφή του click away; Kαι τι θα γίνει με την εστίαση; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, που θέτουν τα ίδια τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου, αλλάζουν πλήρως τους υπολογισμούς για το κόστος του προϋπολογισμού. Πόσο μάλλον αλλάζουν τα δεδομένα, ανάλογα με τις προβλέψεις για την ανάκαμψη του τουρισμού. 

Ο προϋπολογισμός έχει συνταχθεί με την παραδοχή της επιστροφής στο 60% των τουριστικών εσόδων του 2019, αλλά εν μέσω τρίτου κύματος πανδημίας αυτή η πρόβλεψη μοιάζει επισφαλής.

Στοχευμένα μέτρα

Με αυτά τα δεδομένα, ο σχεδιασμός των επόμενων μέτρων στήριξης γίνεται στη βάση της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης στόχευσής τους, όπως επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία τελευταίως ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης. Αμεση προτεραιότητα, όπως αναφέρει, ιδίως στο πλαίσιο του μέτρου της κάλυψης παγίων δαπανών είναι να σωθούν οι επιχειρήσεις, καθώς και οι θέσεις εργασίας που κινδυνεύουν να χαθούν εξαιτίας του κορωνοϊού. Στόχευση θα υπάρχει και στη ρύθμιση των οφειλών των τριών πρώτων κύκλων της επιστρεπτέας προκαταβολής. Δεν θα είναι ένα γενικό «κούρεμα» της οφειλής, ίδιο για όλους.

Συγκράτηση της ύφεσης

Τα αποτελέσματα του ΑΕΠ του 2020, πάντως, με τη συγκράτηση της ύφεσης στο 8,2%, ικανοποίησαν το οικονομικό επιτελείο και συνεισφέρουν σε ένα καλό ξεκίνημα (μέσω του carry over effect) για τη φετινή χρονιά, αν και η υψηλότερη βάση σύγκρισης του 2020 ίσως δεν βοηθήσει την ανάκαμψη φέτος, όπως αναφέρουν.

Το θετικό, σύμφωνα με την κυβέρνηση, είναι ότι η χώρα κινήθηκε κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης (6,8%).

Ο προϋπολογισμός προβλέπει ανάκαμψη φέτος με 4,8%, αλλά το οικονομικό επιτελείο είχε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα κινηθούμε τελικώς κοντά στο εναλλακτικό, δυσμενές, σενάριο του 3,3%. Μετά τα αποτελέσματα της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του 2020, έχει αναθεωρήσει προς τα πάνω τις εκτιμήσεις του και βλέπει ανάκαμψη κοντά στο 4%.

Η πρόταση της Κομισιόν για διατήρηση ευελιξίας

Η πρόταση της Κομισιόν για συνέχιση της ευελιξίας και το 2022, όπως διατυπώθηκε την περασμένη Τρίτη, δεν είναι παρά ένα πρώτο βήμα ενόψει του προσδιορισμού των νέων κανόνων που θα διέπουν την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών-μελών. Στη βάση των ανοιξιάτικων προβλέψεών της, που θα δημοσιευθούν το πρώτο 15νθήμερο του Μαΐου, και αφού προηγηθεί διάλογος με το Συμβούλιο θα υποβάλει την οριστική της πρόταση για το αν και πότε πρέπει να απενεργοποιηθεί η ρήτρα γενικής διαφυγής που επιτρέπει για φέτος στα κράτη-μέλη να αυξάνουν ελεύθερα τα ελλείμματά τους, προκειμένου να στηρίξουν τις οικονομίες τους.

Πάντως, οι πρώτες ενδείξεις της, όπως ανέφερε στο ανακοινωθέν της, υποδεικνύουν την ανάγκη να συνεχιστεί η εφαρμογή της ρήτρας γενικής διαφυγής το 2022 και να απενεργοποιηθεί το 2023. Εχει σημασία, εξάλλου, ότι χαρακτηρίζει ως καθοριστικό παράγοντα για την απενεργοποίηση της ρήτρας την επιστροφή στα επίπεδα της οικονομικής δραστηριότητας του 2019. Αυτό σημαίνει ότι για την Ελλάδα, ίσως η ευελιξία μπορεί να συνεχιστεί και το 2023. Ωστόσο, ακόμη τίποτα δεν είναι δεδομένο. Οι αποφάσεις θα ληφθούν από τους υπουργούς Οικονομικών, οι οποίοι –όπως επισημαίνουν πηγές του οικονομικού επιτελείου– ενδέχεται να ζητήσουν από κάποιες χώρες με υψηλό χρέος, όπως π.χ. η Ελλάδα, να αρχίσουν τη δημοσιονομική προσαρμογή από τον επόμενο χρόνο, έστω και με χαμηλούς ρυθμούς. Αυτό θα καθορίσει τον βαθμό ελευθερίας που θα έχει η Ελλάδα στην άσκηση της οικονομικής της πολιτικής τον επόμενο χρόνο. Το ανακοινωθέν της Επιτροπής δίνει κατευθύνσεις ενόψει και της σύνταξης μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων εκ μέρους των κρατών-μελών τον Απρίλιο.

Εν τω μεταξύ, έχει ξεκινήσει ο διάλογος και για το θέμα της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας. Σε μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη, ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πάολο Τζεντιλόνι επανέφερε την περασμένη εβδομάδα το θέμα της διαφορετικής μεταχείρισης των επενδυτικών δαπανών στον υπολογισμό του ελλείμματος, μιλώντας για «καλό» και για «κακό» χρέος. Οπως είπε, στην προηγούμενη κρίση, προ δεκαετίας, οι επενδύσεις μηδενίστηκαν, κάτι που δεν μπορεί να επαναληφθεί.