ΑΝΑΛΥΣΗ

Το μοντέλο «χρέος του εμβολιασμού»

Το μοντέλο «χρέος του εμβολιασμού»

Σχεδόν ένα χρόνο μετά την έναρξη της πανδημίας του κορωνοϊού τα κρούσματα εξακολουθούν να αυξάνονται σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη και ειδικά στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική, όπου ήδη οι συνέπειες είναι σοβαρές από οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής απόψεως.

Αφότου όλος ο πλανήτης αποδύθηκε σε έναν αγώνα για να εγκριθούν τα εμβόλια, σήμερα δίδεται έμφαση στην εν λόγω περιοχή, όπου εκφράζονται φόβοι πως ενδέχεται αυτά να μη φθάσουν σε όλο τον πληθυσμό λόγω παραγόντων όπως το κόστος και η εφοδιαστική αλυσίδα.

Κατά τους υπολογισμούς της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι οικονομίες της περιφέρειας αυτής θα έχουν σωρεύσει ζημίες 1,2 τρισ. δολαρίων το 2020. Αυτό σημαίνει ότι πολλές χώρες θα πρέπει να καταφύγουν βραχυπρόθεσμα στο επαναλαμβανόμενο χρέος για να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα εμβολιασμού για τους πολίτες τους. Το ρεαλιστικό μοντέλο ανταλλαγής χρεών θα καταστεί απαραίτητο, ώστε να γίνει από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις η διαχείριση του κόστους.

Επί του παρόντος, 58,7 εκατομμύρια άνθρωποι άνω των 65 ετών ζουν στη Λατινική Αμερική και στις χώρες της Καραϊβικής. Μόνο για να διεκπεραιωθεί ο εμβολιασμός αυτής της ηλικιακής ομάδας, προσφέροντας δύο δόσεις κατά κεφαλήν εντός ενός ημερολογιακού έτους, θα πρέπει οι εν λόγω χώρες να εμβολιάζουν περίπου 321.376 άτομα ημερησίως.

Από την 1η Μαρτίου τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν ότι οι κυβερνήσει έχουν χορηγήσει κατά μέσον όρο 3,1 δόσεις ανά 100 άτομα – αν και δεν αφορά όλες τις χώρες ο αριθμός αυτός.

Σε σύγκριση με τις πλουσιότερες χώρες, τα περισσότερα κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (με εξαίρεση τη Χιλή) δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν επαρκή αριθμό εμβολίων.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ακόμη, ότι η αγορά εμβολίων δεν αφορά μόνο το αρχικό κόστος των δόσεων. Οι διαπραγματεύσεις για τα σχετικά συμβόλαια απαιτούν πολλές απαιτητικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής των κινδύνων σχετικά με την ευθύνη για τυχόν παρενέργειες των εμβολίων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα συμβληθούν οι εταιρείες, αλλά και το σύστημα της εφοδιαστικής αλυσίδας και τις υπηρεσίες παράδοσης.

Η δυνατότητα αγοράς μεγάλων αποθεμάτων εμβολίων εξασφαλίζει εκ των προτέρων ότι οι πλουσιότερες χώρες έχουν πρόσβαση νωρίτερα σε αυτά.  Η Αργεντινή, η Βραζιλία και το Μεξικό υπέγραψαν πρόσφατα συμβόλαια για την παρασκευή εμβολίων στη δική τους περιοχή. Αναμφίβολα, το κόστος του εμβολίου έχει ταυτόχρονα και κινδύνους και οφέλη για χώρες που επιδιώκουν να επανενεργοποιήσουν τις οικονομίες τους το συντομότερο δυνατόν.

Η Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης ανακοίνωσε ότι θα αποδεσμεύσει 1 δισ. δολάρια για να συνδράμει τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής στο να προμηθευθούν και να διανείμουν τα εμβόλια. Αυτά θα έρθουν να προστεθούν στο 1,2 δισ. δολάρια τα οποία η Τράπεζα δέσμευσε για την περιφέρεια το 2020. Ωστόσο, αυτό δεν θα αρκεί και απαιτούνται πιο καινοτόμοι προσεγγίσεις, όπως το «χρέος του εμβολιασμού».

Η χρήση του χρέους για την αγορά εμβολίων θα ποικίλλει σημαντικά σε ολόκληρη την περιοχή, από τον αριθμό των εμβολίων που περιλαμβάνονται στα εθνικά προγράμματα έως την ιεράρχηση των πόρων για τη διανομή τους.

Το μοντέλο «χρέος του εμβολιασμού», τέλος, βασίζεται στην ιδέα ότι με τη μετατροπή του εκκρεμούς χρέους ανακτάται αναγκαίο κεφάλαιο, το οποίο θα δοθεί για εκστρατείες εμβολιασμού και για την αγορά των δόσεων του εμβολίου.