ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΕΚΤ αυξάνει τις αγορές ομολόγων για τρεις μήνες

Η ΕΚΤ αυξάνει τις αγορές ομολόγων για τρεις μήνες

Αντιδρώντας στην πρόσφατη άνοδο του κόστους δανεισμού χωρών-μελών της Ευρωζώνης, η ΕΚΤ ανακοίνωσε χθες ότι τους επόμενους τρεις μήνες θα αυξήσει τις αγορές ομολόγων στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος κατά της πανδημίας. Η απόφασή της προκάλεσε άμεση αντίδραση στις αγορές ομολόγων, με τις αποδόσεις των δεκαετών του ιταλικού δημοσίου να υποχωρούν αυτομάτως κατά 10 μονάδες βάσης.

Στη σχετική ανακοίνωσή της, η Τράπεζα τόνισε πως «θα αγοράζει ομόλογα επιδεικνύοντας ευελιξία αναλόγως με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά και με στόχο να αποτρέψει την επιβολή δυσχερέστερων όρων χρηματοδότησης, καθώς κάτι τέτοιο δεν συνάδει με την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο οικονομικός αντίκτυπος της πανδημίας». Σχολιάζοντας στο Bloomberg την ανακοίνωση της ΕΚΤ, ο Λουί Αρό, αναλυτής για θέματα της ΕΚΤ στην Credit Agricole, τόνισε πως η Τράπεζα «επιτέλους διασαφήνισε την αντίδρασή της και κατέστησε σαφές ότι σκοπεύει να εκμεταλλευθεί τα περιθώρια ελιγμών που της δίνει το έκτακτο πρόγραμμα κατά της πανδημίας προκειμένου να συμπιέσει τις αποδόσεις». Προέβλεψε μάλιστα πως αυξάνοντας τις αγορές ομολόγων η ΕΚΤ θα φτάσει να αποκτά τίτλους αξίας 20 ώς 25 δισ. ευρώ την εβδομάδα. Είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις από πλευράς οικονομολόγων που εφιστούσαν την προσοχή της Τράπεζας ότι οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων της Ευρωζώνης υπονομεύουν την ήδη ασταθή ανάκαμψη της οικονομίας της εφόσον έχουν ως αποτέλεσμα να αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Η Τράπεζα είχε, όμως, κωφεύσει στις προειδοποιήσεις και παρά τη συνεχιζόμενη άνοδο των αποδόσεων τις τελευταίες εβδομάδες είχε μειώσει τις αγορές ομολόγων. Αναγνωρίζοντας, πάντως, τώρα την ουσία του προβλήματος στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε μετά τη συνεδρίασή της, η πρόεδρος, Κριστίν Λαγκάρντ, τόνισε πως το αυξημένο κόστος του δανεισμού θα μπορούσε «να μεταφραστεί σε μια πρόωρη επιβολή δυσχερέστερων συνθηκών χρηματοδότησης για όλους τους τομείς της οικονομίας». Ανέφερε, άλλωστε, πως ο πληθωρισμός έχει επιταχυνθεί τους τελευταίους μήνες, αλλά απέδωσε την εξέλιξη κυρίως σε «παροδικούς παράγοντες και στην άνοδο των τιμών της ενέργειας». Προέβλεψε, έτσι, ότι μεσοπρόθεσμα ο δείκτης θα παραμείνει κάτω από τον επίσημο στόχο της Τράπεζας. Σημειωτέον ότι η υποχώρηση των αποδόσεων του κρατικού χρέους χωρών της Ευρωζώνης ήταν γενική. Οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων του γερμανικού δημοσίου υποχώρησαν κατά 5 μ.β. στο -0,37%.

Μιλώντας στο Bloomberg, ο Νικ Κούνις, στέλεχος του τομέα ερευνών στην ABN Amro Bank, υπογράμμισε πως «η ΕΚΤ χάραξε μια γραμμή που αποτελεί το όριο μέχρι πού επιτρέπει να αυξηθεί το κόστος δανεισμού». Ο ίδιος χαρακτήρισε την απόφαση της ΕΚΤ «σημαντικό μήνυμα προς την αγορά, δεδομένου ότι η Τράπεζα έχει ισχυρό οπλοστάσιο σε ό,τι αφορά τη δυνατότητά της να αγοράζει τίτλους». Σύμφωνα με τον Αντριου Κένινγχαμ, οικονομολόγο της Capital Economics που μίλησε στους Financial Times, η ανακοίνωση της ΕΚΤ ήταν μια έκπληξη που καταδεικνύει ότι η Τράπεζα «σκοπεύει να εναρμονίσει την πολιτική της με τις δηλώσεις της, καθώς τελευταία έλεγε πως ήταν έτοιμη να στηρίξει αλλά φαινόταν σαν να έχει αδιαφορήσει για την κατάσταση». Αιτία της φαινομενικά τουλάχιστον αντιφατικής αυτής στάσης ήταν εν μέρει και η διχογνωμία που επικρατούσε στους κόλπους της.

Μερίδα των στελεχών της ΕΚΤ έχει εκφράσει φόβους ότι οι μαζικές πωλήσεις των ομολόγων της Ευρωζώνης και η συνεπακόλουθη άνοδος των αποδόσεών τους θα ανακόψουν πλήρως την πορεία των χωρών-μελών της προς την ανάκαμψη την ώρα κατά την οποία οι οικονομίες τους χειμάζονται ακόμη από τα περιοριστικά μέτρα για την ανάσχεση της πανδημίας. Δεν συμμερίζονται, όμως, όλοι την ανησυχία τους, καθώς άλλοι παράγοντες επιμένουν πως η άνοδος του κόστους δανεισμού αντανακλά τις προσδοκίες για βελτίωση της οικονομίας. 

Η μερίδα αυτή των στελεχών της επιμένει, επίσης, ότι ακόμη και στα επίπεδα που είχε φτάσει ώς χθες το κόστος δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, παρέμενε χαμηλό και ευνοούσε την ανάπτυξη των οικονομιών τους.

Σχολιάζοντας σχετικά η Λένα Κομίλεβα, οικονομολόγος της G+Ecoomics, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η ΕΚΤ έχει εγκλωβιστεί σε έναν νέο «πολιτισμικό πόλεμο» ανάμεσα σε όσους θέλουν να διατηρήσουν χαμηλό το κόστος δανεισμού, ώστε να στηρίξουν την ανάκαμψη της οικονομίας και να επιτύχουν τον στόχο του πληθωρισμού και σε όσους ανησυχούν πως η πολιτική αυτή απειλεί την ανεξαρτησία της, καθώς την αναγκάζει να ενισχύει υπερχρεωμένες κυβερνήσεις. Η ίδια προβλέπει πως «αν δεν διευθετηθεί αυτή η διαμάχη, θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη της αγοράς στην Τράπεζα και σε βάθος χρόνου θα οδηγήσει σε νέα προβλήματα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ θα βγαίνουμε από την πανδημία».