ΑΠΟΨΗ

Υπεύθυνες επενδύσεις και βέλτιστη εταιρική διακυβέρνηση

Υπεύθυνες επενδύσεις και βέλτιστη εταιρική διακυβέρνηση

Ο κλάδος της θεσμικής διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων βρίσκεται σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι, όπου αυξανόμενα περιβαλλοντικά, κοινωνικά, πολιτικά, ρυθμιστικά και συναφή θέματα με COVID -19, πιέζουν τους επενδυτές να υιοθετήσουν καινούργιες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης για το περιβάλλον, την κοινωνία και τις ίδιες τις εταιρείες, γνωστά με το ακρωνύμιο ESG – Environment, Society, Governance.

Η ανάγκη για εταιρική υπευθυνότητα αυξάνεται περαιτέρω από την αλλαγή επενδυτικής νοοτροπίας των millennials, οι οποίοι δίνουν μεγάλη έμφαση στην ενσωμάτωση αρχών ESG στη διαχείριση και την κατανομή των περιουσιακών τους στοιχείων, καθώς θέλουν να γνωρίζουν τα επενδυτικά κριτήρια που ακολουθούνται από τους διαχειριστές των χρημάτων τους όσον αφορά τον σεβασμό στο περιβάλλον, σε ζητήματα με κοινωνικό χαρακτήρα αλλά και σε πρακτικές ορθής εταιρικής διακυβέρνησης.

Ακόμη και στην ελεύθερη πτώση της αγοράς την περασμένη άνοιξη αλλά και σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας, οι θεσμικοί επενδυτές κράτησαν στα χαρτοφυλάκιά τους τις μετοχές εκείνων των εισηγμένων εταιρειών που συνέχιζαν να έχουν ως γνώμονα στο επιχειρηματικό τους μοντέλο τις βέλτιστες πρακτικές για βιώσιμη ανάπτυξη (sustainability).

Το ενεργητικό των ESG Investment Funds εκρήγνυται παγκοσμίως, τόσο στο πλαίσιο της ενεργού διαχείρισης όσο και από τα παθητικά κεφάλαια ESG. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία των Financial Times, το συνολικό ενεργητικό των ESG Funds έφτασε σε 1,7 τρισεκατομμύρια το 2020, μια αύξηση 50% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, τα hedge funds υιοθετούν πλέον προσεγγίσεις ακτιβισμού, που ωθούν τις εταιρείες στις οποίες έχουν επενδύσει, στο να βελτιώσουν τις πρακτικές δημοσιοποίησης μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών που επηρεάζουν την εταιρική δραστηριότητα και το κοινωνικό τους αποτύπωμα.

Αυτή η καινούργια πρακτική επενδύσεων βάσει ESG κριτηρίων δημιουργεί αναπόφευκτα μια τεράστια ανάγκη για παρακολούθηση και δημοσιοποίηση πληροφοριών ESG και έχει ως αποτέλεσμα πολλοί οίκοι αξιολόγησης (Moody’s, S&P Ratings) να προσφέρουν αξιολογήσεις εισηγμένων εταιρειών βάσει των επιδόσεών τους σε παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν τη βιώσιμη λειτουργία τους αλλά και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (stakeholders).

Πολλές από αυτές τις ESG αξιολογήσεις διαφέρουν ουσιαστικά στις μεθοδολογίες, τις ορολογίες τους και τα πρότυπα αναφοράς και μπορούν εύκολα να παράγουν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, συχνά μπερδεύοντας τους διαχειριστές κεφαλαίων αλλά και το επενδυτικό κοινό λόγω έλλειψης ακρίβειας, συγκρισιμότητας, αξιοπιστίας και επικαιρότητας στα παρεχόμενα δεδομένα.

Οι επενδυτές συχνά βρίσκουν προβληματικό το γεγονός ότι οι ίδιες οι εταιρείες ελέγχουν τα δεδομένα που δημοσιεύουν και τροφοδοτούν στους οργανισμούς αξιολόγησης, καθώς και ότι τα «ποιοτικά» ESG δεδομένα δεν είναι εύκολα διαθέσιμα στο ευρύ επενδυτικό κοινό μέσα από τον ιστότοπο ή τις οικονομικές καταστάσεις – για παράδειγμα, η διαφθορά, οι πρακτικές νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, οι πληροφορίες για την υγεία και την ασφάλεια του προσωπικού είναι δύσκολα ανιχνεύσιμα, ακόμη δε πιο δύσκολο να τυποποιηθούν και να αξιολογηθούν επενδυτικά.

Τα ζητήματα ESG ήταν το πιο εξέχον θέμα στις γενικές συνελεύσεις των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιρειών παγκοσμίως με την κλιματική αλλαγή και τους περιβαλλοντικούς κινδύνους να βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας των θεσμικών επενδυτών.

Ενα δεύτερο θέμα το οποίο έχει μεγάλη βαρύτητα (πάνω από 50%) στη συνολική ESG αξιολόγηση και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ελληνικές εισηγμένες εταιρείες, είναι τα θέματα εταιρικής διακυβέρνησης που ήρθαν στο προσκήνιο και με την ψήφιση του νέου Ν. 4706/2020.

Οι ξένοι θεσμικοί επενδυτές ενσωματώνουν στην ESG αξιολόγηση τους στοιχεία για τη δομή, την πολυμορφία αλλά και τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, τη λειτουργία των επιτροπών ελέγχου και αμοιβών, θέματα που αφορούν διαδικασίες ελέγχου και λήψης σημαντικών στρατηγικών αποφάσεων καθώς και την υπευθυνότητα που δείχνει η εταιρεία για τη σωστή πληροφόρηση του επενδυτικού κοινού. Οι εταιρείες πρέπει να παρέχουν στον ιστότοπό τους και φυσικά στον ισολογισμό τους, ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, συγκρίσιμα στοιχεία που να δείχνουν τις διαδικασίες αλλά και τις επιδόσεις τους στη συνεπή ενσωμάτωση πρακτικών ESG σε όλο το επιχειρηματικό τους μοντέλο και στις διάφορες χώρες λειτουργίας, λαμβάνοντας υπόψη τους τοπικούς παράγοντες.

Ως ένα επιπλέον βήμα, οι διαχειριστές των αμοιβαίων κεφαλαίων μέσω της συμμετοχής τους στη μετοχική σύνθεση ασκούν πλέον πιέσεις ώστε οι εισηγμένες εταιρείες να συμπεριλάβουν βασικούς δείκτες επίδοσης (KPIs) που να συνδέουν τις αποζημιώσεις των ανώτερων στελεχών αλλά και του Δ.Σ., βάσει επίτευξης στόχων που αφορούν τη συνολική στρατηγική βιωσιμότητας της εταιρείας.

Στην ουσία, οι διαχειριστές παγκοσμίων κεφαλαίων διαλέγουν και επενδύουν σε εκείνες τις εταιρείες που αποδεικνύουν ότι λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τη βιωσιμότητα, με έμπρακτο τρόπο όπως αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο που τελικά αυτές οι εταιρείες επιλέγουν να διαθέσουν τα κεφάλαιά τους. Και αυτό είναι σίγουρα πιο εύκολα μετρήσιμο.

* Η κ. Νατάσα Μαρτσέκη είναι μέλος Δ.Σ. στο NED Club of Greece, Member στο ESG Policy Committee της Ευρωπαϊκής ΕcoDa και Βoard Member στη Cepal Hellas.