ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση φορολογίας ζήτησε ο επικεφαλής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας

Μείωση φορολογίας ζήτησε ο επικεφαλής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας

Την ανάγκη να μειωθεί το φορολογικό βάρος εργαζομένων και επιχειρήσεων, αλλά και να κατανεμηθεί δικαιότερα, τόνισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες πρέπει να συνεχιστούν, ενώ διατύπωσε μια σειρά από προτάσεις φορολογικής πολιτικής.

Συγκεκριμένα, οι προτάσεις του κ. Στουρνάρα, που μίλησε χθες στην Ακαδημία Φορολογίας και Λογιστικής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου

Δικαίου, περιλαμβάνουν τα εξής:

• Μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων, με μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας και ένα καλά σχεδιασμένο και στοχευμένο σύστημα φορολογικών κινήτρων, με στόχο την έρευνα, την καινοτομία και την εξωστρέφεια.

• Μείωση του φορολογικού βάρους των εργαζομένων, μεγαλύτερη για τα χαμηλά και μεσαία κλιμάκια και για τη μισθωτή εργασία σε σχέση με τη μη μισθωτή.

• Μείωση της έμμεσης φορολογίας.

• Εξορθολογισμό των φόρων στην ακίνητη περιουσία, ενοποίησή τους και απόδοσή τους σε τοπικό επίπεδο. Επίσης, εναρμονισμό των αντικειμενικών αξιών ακινήτων με τις πραγματικές αξίες της αγοράς.

• Σταθερότητα και περαιτέρω απλοποίηση του φορολογικού συστήματος για την προσέλκυση μεσομακροπρόθεσμων επενδύσεων.

• Περαιτέρω εκσυγχρονισμό της φορολογικής διοίκησης μέσω της ψηφιοποίησης.

• Αποτελεσματική και εντατική διενέργεια ελέγχων.

• Ταχεία και αποτελεσματική περαίωση των φορολογικών υποθέσεων.

• Αυστηροποίηση των προστίμων σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής.

• Ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Οπως είπε, εκτιμάται ότι η αύξηση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα της καταναλωτικής δαπάνης μέσω καρτών πληρωμών, οδηγεί σε αύξηση εσόδων ΦΠΑ κατά 1%.

• Μέτρα για την καταπολέμηση φαινομένων διαφθοράς.

• Δημιουργία φορολογικής συνείδησης και καλλιέργεια φορολογικής παιδείας.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΑΑΔΕ που επικαλέσθηκε ο κεντρικός τραπεζίτης, το 2018 σχεδόν το 10% των φορολογουμένων δήλωσε μηδενικό εισόδημα και το 58,9% δήλωσε εισόδημα μέχρι 10.000 ευρώ. Επίσης, σε μια ένδειξη φοροδιαφυγής στους έμμεσους φόρους, η Ελλάδα εμφάνιζε το 2018 τη δεύτερη μεγαλύτερη υστέρηση στον ΦΠΑ (VAT Gap – η διαφορά μεταξύ πραγματικών και δυνητικών εισπράξεων) στην Ε.Ε., ίση με το 30% των δυνητικών εσόδων ΦΠΑ ή 6,6 δισ. ευρώ.

«Στο πλαίσιο της αναγκαίας αλλαγής του μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής», είπε ο κ. Στουρνάρας, «η μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος είναι επιτακτική, ώστε να μη διαταραχθεί η δημοσιονομική ισορροπία μετά την κρίση της πανδημίας, ενώ παράλληλα να δοθεί περαιτέρω αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία. Στο παρελθόν, η φορολογική πολιτική στην Ελλάδα λειτούργησε προκυκλικά, οξύνοντας τις επιδράσεις του οικονομικού κύκλου. Παράλληλα, ο τρόπος κατανομής του φορολογικού βάρους αποκαλύπτει μονιμότερου χαρακτήρα παθογένειες του φορολογικού μηχανισμού. Οι σχεδιαστές οικονομικής πολιτικής θα πρέπει πλέον να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στη χάραξη μιας ολοκληρωμένης φορολογικής πολιτικής που, λειτουργώντας αντικυκλικά, θα αμβλύνει τις επιπτώσεις του οικονομικού κύκλου, θα έχει αναπτυξιακό προσανατολισμό και παράλληλα, θα κατανείμει το φορολογικό βάρος δίκαια και αναλογικά».

Ο διοικητής της ΤτΕ επισήμανε ότι η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της Ευρωζώνης στα έσοδα από άμεσους φόρους. Συγκεκριμένα, καταγράφεται μόνιμη υστέρηση στην απόδοση της φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων παρά το γεγονός ότι η χώρα έχει τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχα, στη φορολογία των επιχειρήσεων, παρά τον υψηλό συντελεστή στη φορολογία εταιρικών κερδών, τα φορολογικά έσοδα υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Από την άλλη, έχει δυσανάλογα υψηλότερα έσοδα από έμμεσους φόρους σε σχέση με τον μέσο όρο της Ζώνης του Ευρώ, πρωτίστως λόγω των υψηλών φορολογικών συντελεστών.

Η μεγαλύτερη έμφαση στη συγκέντρωση εσόδων μέσω της άμεσης φορολογίας χαρακτηρίζει μια σύγχρονη φορολογική διοίκηση, με υψηλή φορολογική συνείδηση, συμμόρφωση και δικαιοσύνη, αφού το φορολογικό βάρος συναρτάται με το εισόδημα και την περιουσία του φορολογουμένου. Από την άλλη, η έμφαση στην έμμεση φορολογία αποτελεί μια άδικη κατανομή του φορολογικού βάρους, καθώς αυτό εξαρτάται από την καταναλωτική δαπάνη (και όχι από τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογουμένου), και έτσι πλήττονται αναλογικά περισσότερο τα ασθενέστερα εισοδηματικά κλιμάκια, τα οποία συνήθως καταναλώνουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους. Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία είσπραξης της έμμεσης φορολογίας είναι ευκολότερη, λιγότερο δαπανηρή και με μεγαλύτερη απόδοση, για αυτό και η άντληση εσόδων μέσω της έμμεσης φορολογίας προτιμάται παραδοσιακά στην Ελλάδα.