ΑΠΟΨΗ

5+1 προτάσεις για τις ενεργειακές δράσεις του Ταμείου Ανάκαμψης

5-1-protaseis-gia-tis-energeiakes-draseis-toy-tameioy-anakampsis-561301063

Το Ταμείο Ανάκαμψης είναι το πιο σημαντικό εργαλείο που μπορεί να δώσει ώθηση στην οικονομία το επόμενο διάστημα, αν χρησιμοποιηθεί ορθολογικά. Οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται αυτή την περίοδο στις Βρυξέλλες στα εθνικά σχέδια των κρατών-μελών στόχο έχουν να διασφαλίσουν ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες θα εφαρμοστούν και οι χώρες δεν θα χρησιμοποιήσουν το ευρωπαϊκό ταμείο για κάλυψη δημοσιονομικών κενών και ήδη προγραμματισμένων έργων. 

Η Ελλάδα βρίσκεται στη διαδικασία υποβολής των επιμέρους μέτρων του σχεδίου της και ήδη διαφαίνονται αρκετά σημεία που είναι στα όρια ή / και εκτός των κανόνων του Ταμείου. Εκκινώντας από τη βασική αρχή, ότι οι δράσεις που θα χρηματοδοτηθούν δεν θα πρέπει να δημιουργήσουν σημαντική περιβαλλοντική ζημιά, αντιλαμβανόμαστε ότι αρκετές από αυτές (π.χ. δαπάνες για κατασκευές αυτοκινητοδρόμων ή καταπάτηση ευαίσθητων περιοχών για δημιουργία υποδομών) δεν θα είναι επιλέξιμες.

Τα πιο σοβαρά όμως σημεία, που χρήζουν σημαντικών βελτιώσεων, βρίσκονται στον τομέα της ενέργειας. Οι πρώτες επιφυλάξεις είναι στην επέκταση του φυσικού αερίου στην επικράτεια, κάτι που κατ’ αρχήν δεν θεωρείται επιλέξιμο για χρηματοδότηση από την Ε.Ε. (όπως και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων). Η Ελλάδα πιέζει προς την αντίθετη κατεύθυνση με ένα μπλοκ λιγνιτικών χωρών, για να συμπεριληφθεί τελικά το φυσικό αέριο στις πράσινες επενδύσεις, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τις βασικές αρχές του Ταμείου. Το δεύτερο ζήτημα είναι η προσπάθεια αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας (δηλαδή η αδυναμία πρόσβασης και κάλυψης αναγκών σε ηλεκτρισμό, θέρμανση, ψύξη), όπου η χώρα μας πρωτοστατεί με 18%-20% του πληθυσμού να δηλώνουν δυσκολία να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες. Στο αρχικό σχέδιο δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για μία εθνική στρατηγική πρόληψης και καταπολέμησης της ενεργειακής φτώχειας, σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση. Ως μέτρο θεωρήθηκε η επιδότηση πετρελαίου θέρμανσης, κάτι το οποίο διεθνώς είναι αναποτελεσματικό και μη διαρθρωτικό, καθώς δεν επιλύει οριστικά το πρόβλημα για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Η λύση μπορεί να έρθει από τη χρηματοδότηση ολοκληρωμένων ενεργειακών αναβαθμίσεων των κτιρίων, μαζί με την παροχή δωρεάν φωτοβολταϊκών πάνελ ή μεριδίων σε ενεργειακές κοινότητες, για να παράγουν οι ίδιοι οι ενεργειακά ευάλωτοι πολίτες την καθαρή ενέργεια που καλύπτει τις ανάγκες τους.

Το τρίτο, άμεσα σχετιζόμενο σημείο, είναι η ενίσχυση και διεύρυνση των υπαρχόντων προγραμμάτων ενεργειακής εξοικονόμησης (όπως το «Εξοικονομώ – Αυτονομώ»). Θα πρέπει να αλλάξουν τα κριτήρια αξιολόγησης για να είναι οικονομικά αποδοτικά και να επιτυγχάνουν τις μέγιστες εξοικονομήσεις στα κτίρια. Επιπλέον, ενώ μέχρι τώρα τα προγράμματα επικεντρώνονται στα ιδιωτικά κτίρια, έχοντας μικρό αριθμό δημοσίων κτιρίων με παρεμβάσεις, θα πρέπει τα νέα προγράμματα να περιλαμβάνουν γραφεία, επαγγελματικά και βιομηχανικά κτίρια, καθώς και κτίρια μεικτής χρήσης. Οι δε δράσεις που θα περιλαμβάνονται να αφορούν συνολική αναβάθμιση και θωράκιση, όπως φυσικά είναι η ενεργειακή αναβάθμιση αλλά πρέπει να περιλαμβάνονται και άλλες (όπως στατικός έλεγχος, αντισεισμική ενίσχυση, πυρασφάλεια), για να ενισχύεται συνολικά η ανθεκτικότητα των κτιρίων στα ακραία φαινόμενα. Τέταρτον, όσον αφορά την ηλεκτροκίνηση, το σχέδιο επικεντρώνεται στα ιδιωτικά οχήματα, ενώ δεν αναφέρεται σε ηλεκτρικά μέσα δημόσιας μεταφοράς (π.χ. συγκοινωνίες), και υπάρχει ασάφεια για την επάρκεια του ηλεκτρικού δικτύου, όσο και των προσδοκώμενων επενδύσεων για τη δημιουργία του αναγκαίου εκτεταμένου εθνικού δικτύου ταχυφορτιστών.

Πέμπτον, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιωτικών περιοχών με υποθαλάσσια ηλεκτροδότηση, ένα απολύτως αναγκαίο εθνικό έργο για την αντικατάσταση των ρυπογόνων πετρελαϊκών μονάδων στα νησιά, κινδυνεύουν να μη χρηματοδοτηθούν τελικά. Ενα τέτοιο έργο θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί κατά 60% εκτός Ταμείου Ανάκαμψης, από ένα ποσό της τάξης του ενός δισ. ευρώ, μέσω της διάθεσης πρόσθετων δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από την Ε.Ε., κάτι που έχουν αφήσει ανεκμετάλλευτο η τωρινή και η προηγούμενη κυβέρνηση. Με την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για το σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, η Ελλάδα δικαιούται να παραλάβει από το ευρωπαϊκό απόθεμα πρόσθετα 25 εκατ. δικαιώματα, από την πώληση των οποίων θα πρέπει να χρηματοδοτήσει την απανθρακοποίηση των νησιών της. Αν δεν τα αξιοποιήσει, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορέσει να «βρει» αυτά τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης. 

Τέλος, η κάλυψη του κόστους του ελλειμματικού ταμείου για τη στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΕΛΑΠΕ), που δημιούργησε πολύ σοβαρό πρόβλημα στην αγορά, υπάρχει η προσδοκία πως μπορεί να γίνει από το Ταμείο Ανάκαμψης. Καθότι όμως το Ταμείο ρητά δηλώνει ότι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να κλείνει δημοσιονομικά ή ταμειακά ελλείμματα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θα μπορέσει να το θεωρήσει επιλέξιμη δαπάνη. Θα πρέπει να αναζητηθεί μία βιώσιμη λύση, από εγχώριους πόρους.

* Ο κ. Βλάσης Οικονόμου είναι γεν. διευθυντής Institute for European Energyand Climate Policy – IEECP.
** Ο κ. Χάρης Δούκας είναι αν. καθηγητής ΕΜΠ.