ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μαζική φυγή επενδυτών για δεύτερη μέρα από την Τουρκία

Μαζική φυγή επενδυτών για δεύτερη μέρα από την Τουρκία

Για δεύτερη συναπτή ημέρα συνεχίστηκε χθες η μαζική έξοδος των επενδυτών από τους τίτλους και τα περιουσιακά στοιχεία της Τουρκίας, καθώς η αιφνιδιαστική αλλαγή κεντρικού τραπεζίτη δύο ημέρες μετά την αύξηση των επιτοκίων προοιωνίζεται επιστροφή στην πολιτική των χαμηλών επιτοκίων και αναπόφευκτα κρίση στην τουρκική οικονομία. Οι μαζικές πωλήσεις τουρκικών μετοχών οδήγησαν για δεύτερη ημέρα σε θεαματική πτώση το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, με τον βασικό δείκτη να καταγράφει απώλειες 5,4%, ενεργοποιώντας και πάλι τον αυτόματο μηχανισμό διακοπής της συνεδρίασης, κάτι που είχε προηγηθεί δύο φορές στη συνεδρίαση της Δευτέρας. Τις μεγαλύτερες απώλειες σημείωσαν οι τουρκικές τράπεζες με τις Erdemir και Garanti να σημειώνουν πτώση 7,6% και 9,9% αντιστοίχως. Η χρηματιστηριακή Ak Investment έχει από τη Δευτέρα αφαιρέσει από το χαρτοφυλάκιό της τις δύο μεγαλύτερες τουρκικές τράπεζες Garanti BBVA και Yapi Kredi, επικαλούμενη «την αυξανόμενη αστάθεια στην αγορά». Σαφώς μικρότερη ήταν, πάντως, χθες η υποχώρηση της τουρκικής λίρας μόλις κατά 0,9%,  δείχνοντας σημάδια σταθεροποίησης στα επίπεδα γύρω στις 7,9 τουρκικές λίρες προς ένα δολάριο.

Τους φόβους των επενδυτών αποτυπώνει με ακρίβεια η προειδοποίηση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s, που τόνισε χθες ότι η κίνηση του Τούρκου προέδρου να αποπέμψει τον Νατσί Αγκμπάλ αντιστρέφει τις θετικές εξελίξεις στην νομισματική πολιτική και θα αυξήσει τις πιστωτικές πιέσεις.  Ο εν λόγω οίκος προειδοποιεί μάλιστα για τη μαζική φυγή κεφαλαίων από την Τουρκία, που ήδη είναι σε εξέλιξη από τη Δευτέρα και συνεχίστηκε χθες αλλά και για τις δυσκολίες που αναμένεται να αντιμετωπίσει στην εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους της. Οπως τονίζει η Moody’s, οι εξελίξεις καθιστούν σαφές πόσο απρόβλεπτη είναι η πολιτική στην Τουρκία, ενώ επιβεβαιώνουν την άποψή της περί θεσμικής αποδυνάμωσης στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Τον Σεπτέμβριο η  Moody’s υποβάθμισε την Τουρκία στη βαθμίδα Β2, ενώ εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο βαθύτερης κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών εάν δεν αλλάξει η οικονομική πολιτική που εφήρμοζε τότε η κεντρική τράπεζα.

Μεσολάβησε ο διορισμός του Νατσί Αγκμπάλ στο τιμόνι της κεντρικής τράπεζας, που χαίρει της εμπιστοσύνης της αγοράς αλλά και οι επανειλημμένες αυξήσεις των επιτοκίων που στήριξαν την τουρκική λίρα. Το αποτέλεσμα ήταν να ανακάμψει έκτοτε το τουρκικό νόμισμα κατά 15%  και να επιστρέψουν στην Τουρκία ξένα κεφάλαια ύψους 11,3 δισ. δολαρίων. Τόσο η Moody’s όσο και οικονομικοί αναλυτές κάθε προέλευσης προβλέπουν νέα έξοδο του ξένου κεφαλαίου από τη χώρα. Παράλληλα, η πτώση της τουρκικής λίρας που παρέμεινε χθες σε επίπεδα κοντά στο κλείσιμο της Δευτέρας, στις οκτώ τουρκικές λίρες προς ένα δολάριο, αναμένεται να εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις. Ο πληθωρισμός, που σημειωτέον είχε υποχωρήσει το φθινόπωρο, έχει και πάλι επιταχυνθεί εξαιτίας της ανόδου των τιμών του πετρελαίου και τον περασμένο μήνα έφτασε στο 15,6%. Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των Τούρκων, που προσπαθώντας να προστατεύσουν τις οικονομίες τους, εγκαταλείπουν και οι ίδιοι το νόμισμά τους στις πιέσεις της αγοράς, καθώς μετατρέπουν τις καταθέσεις τους σε δολάρια.

O υψηλός πληθωρισμός θα καταστήσει ακριβότερη και δυσχερέστερη την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους της Τουρκίας. Οπως επισημαίνει η Moody’s, ο ιδιωτικός τομέας της Τουρκίας έχει χρέος 117,5 δισ. δολάρια. Την ίδια στιγμή, όμως, το τουρκικό κράτος πρέπει να αποπληρώσει εξωτερικό χρέος ύψους 11,6 δισ. δολαρίων από τώρα και μέχρι το τέλος του επόμενου έτους.

Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, η μαζική φυγή των επενδυτών από την Τουρκία δεν είναι παρά το τελευταίο επεισόδιο έντονης αντίδρασης από πλευράς των ξένων επενδυτών. Εχουν επαναληφθεί πολλές φορές ανάλογες εκροές κεφαλαίων, καθώς η αξιοπιστία της χώρας υπονομεύεται εδώ και χρόνια από την ανορθόδοξη πολιτική του Τούρκου προέδρου που θέλει χαμηλό το κόστος του δανεισμού προκειμένου να διασφαλίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και αναλόγως υψηλά ποσοστά δικής του δημοτικότητας. Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα, ο Τσαρλς Ρόμπερτσον, οικονομολόγος αναδυόμενων αγορών στην επενδυτική τράπεζα Renaissance Capital, υπολογίζει ότι ακόμη και πριν από τις τελευταίες δυσοίωνες εξελίξεις λιγότεροι και από τους μισούς επενδυτές αναδυόμενων αγορών ήσαν πρόθυμοι να τοποθετήσουν κεφάλαιά τους σε τουρκικούς τίτλους. Οπως χαρακτηριστικά τονίζει  ο ίδιος, «έχασαν την άνοδο των τελευταίων μηνών και δεν τους ενόχλησε αυτό, ήσαν ευχαριστημένοι που την έχασαν επειδή θεωρούν εντελώς απρόβλεπτο τον Ερντογάν και δεν τον εμπιστεύονται». 

Είναι σαφές πως όσο πλήττονται το τουρκικό νόμισμα και η τουρκική οικονομία από την πολιτική Ερντογάν άλλο τόσο, ίσως και περισσότερο, βάλλεται η αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας, της τουρκικής κυβέρνησης και της χώρας γενικότερα. Παράλληλα με τον διορισμό του Αγκμπάλ, ο Ταγίπ Ερντογάν είχε υποσχεθεί πως εφεξής η νομισματική πολιτική θα είναι φιλική προς την αγορά και ο ίδιος δεν θα αναμειγνύεται πλέον στο έργο της κεντρικής τράπεζας αλλά θα αρκείται να πει τη γνώμη του.