ΑΝΑΛΥΣΗ

200 τα έτη του ελληνικού κράτους, αλλά 200% και το χρέος επί του ΑΕΠ

200 τα έτη του ελληνικού κράτους, αλλά 200% και το χρέος επί του ΑΕΠ

Κάθε αρχή και δύσκολη. Στον πρώτο προϋπολογισμό τού υπό σύσταση ελληνικού κράτους, το 1823 στο Αστρος (κατά τη Β΄ Εθνοσυνέλευση), υπήρχε πρόβλεψη εσόδων τα οποία μόλις και κάλυπταν το 33% των εξόδων. Πέντε έτη μετά, ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας δήλωνε το προφανές: «Πρέπει να προαγάγωμεν όσον το δυνατόν τα οικονομικά μας. Καλή αυτών διαχείρισις σημαίνει διά το μέλλον Μεγάλη Πατρίς». Κάτι που σίγουρα αναφέρεται, με πικρία, και στην πτώχευση του 1827. Πτώχευση, στην οποία συνέβαλε εξωτερικός δανεισμός την περίοδο 1824-1825 με επιτόκιο 5,5% όταν το μακροχρόνιο επιτόκιο αναφοράς στο Λονδίνο δεν υπερέβαινε το 3,4%. H παραπάνω διαφορά απόδοσης (spread) 210 τιμών βάσης δεν φαίνεται ιδιαίτερα μεγάλη για ένα κράτος που ξεκινά τα βήματά του με εθνική επανάσταση, αλλά, όπως ανέφερε ο Ανδρέας Ανδρεάδης στην «Ιστορία των εθνικών δανείων», η Ελλάδα έλαβε μικρό ποσό του δανείου επειδή μόνο αυτό «διέφυγε τους όνυχας των Αγγλων και Αμερικανών κερδοσκόπων»…

Η μεγάλη αύξηση του κρατικού χρέους, από το 119,9% του ΑΕΠ το 1888 στο 152,5% του ΑΕΠ το 1892, σε συνδυασμό με τον πανικό που προκάλεσε στις διεθνείς αγορές η πτώχευση της Πορτογαλίας το 1892, οδήγησε σε νέα χρεοκοπία, επί Χαριλάου Τρικούπη, το 1893. Να σημειωθεί ότι η μεγάλη αύξηση του χρέους συνδυάσθηκε με σημαντική επιδείνωση της ελληνικής οικονομίας. Πράγματι, σύμφωνα με επεξεργασία στοιχείων του ΚΕΠΕ, η ελληνική οικονομία κατέγραψε αρνητική ανάπτυξη -0,1% το 1888 η οποία χειροτέρεψε τάχιστα στο -11,6% το 1891 (προτού ανακάμψει μερικώς σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης 4,6% το 1892). Για την ιστορία, αναφέρω ότι εκείνη την περίοδο, η Ελλάδα δανειζόταν με 5%, ήτοι 222 μονάδες βάσης πάνω από το μακροχρόνιο επιτόκιο αναφοράς στο Λονδίνο. Το spread, δηλαδή, παρέμενε κοντά στα επίπεδα του… 1821!

Αλλά και στον «δρόμο» προς την πτώχευση του 1932, επί Ελευθερίου Βενιζέλου, η χώρα μας κατέγραψε αξιοσημείωτη αύξηση του χρέους και μείωση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Πράγματι, το χρέος αυξήθηκε από το 80,4% του ΑΕΠ το 1928 στο 105,9% το 1931 ενώ η ελληνική οικονομία κατέβασε «άρδην» ταχύτητα από οικονομική ανάπτυξη 1,9% το 1928 στο -4,2% το 1931. Εκείνη την περίοδο, το επιτόκιο δανεισμού της χώρας μας, στο 6%, υπερέβαινε κατά περίπου 170 μονάδες βάσης το μακροχρόνιο επιτόκιο αναφοράς στο Λονδίνο. Τέλος, στον «δρόμο» προς την πτώχευση του 2012, το ελληνικό χρέος παρουσίασε μεγάλη αύξηση από το 109,4% του ΑΕΠ το 2008 στο 180,6% του ΑΕΠ το 2011.

Καθώς λοιπόν η πορεία προς τη χρεοκοπία συνδυάζει μεγάλη αύξηση χρέους με αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, πρέπει να μας προβληματίζει το γεγονός ότι τα 200 έτη από την Επανάσταση του 1821 συμπίπτουν με το ελληνικό χρέος στο 200,5% του ΑΕΠ την ίδια στιγμή κατά την οποία μόλις και βγαίνουμε από ισχυρότατη, λόγω πανδημίας, ύφεση 9,5% το 2020;

Ο πρόσφατος δανεισμός της χώρας μας για 30 έτη με επιτόκιο 1,95%, το οποίο υπερβαίνει κατά 170 μονάδες βάσης το αντίστοιχο επιτόκιο δανεισμού για χώρες με πιστοληπτική αξιοπιστία ΑΑΑ στην Ευρωζώνη, συνηγορεί, και πάλι, σε μία όχι και τόσο αισιόδοξη παρατήρηση: Η διαφορά απόδοσης (spread) μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών με τη μέγιστη αξιοπιστία «επιμένει» κοντά στο spread του 1821. 

* Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής στο Τμήμα Χρηματοοικονομικών και Λογιστικής, University of Liverpool.