ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Στο CVC το 90,01% της Εθνικής Ασφαλιστικής έναντι 454,5 εκατ.

Στο CVC το 90,01% της Εθνικής Ασφαλιστικής έναντι 454,5 εκατ.

Εναντι τιμήματος 454,5 εκατ. ευρώ συμφωνήθηκε η πώληση του 90,01% της Εθνικής Ασφαλιστικής στο επενδυτικό κεφάλαιο CVC Capital Partners. Οπως ανακοινώθηκε από την τράπεζα, σημαντικό μέρος του τιμήματος, που φθάνει τα 120 εκατ. ευρώ, συνδέεται με την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων πώλησης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων μέχρι το 2026. Το ντιλ περιλαμβάνει 15ετή συμφωνία πώλησης τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων.

Η συναλλαγή έχει θετική επίπτωση κατά περίπου 60 μονάδες βάσης στον δείκτη συνολικών κεφαλαίων της τράπεζας και θα τεθεί υπό την έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, στην οποία το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ελέγχει το 40%. Εχει προηγηθεί η έγκριση του ταμείου με βάση την έκθεση ανεξάρτητου συμβούλου, δηλαδή της Barclays, που έκρινε ότι το τίμημα κινείται εντός του εύλογου εύρους τιμών για παρόμοιες συναλλαγές. Να σημειωθεί ότι η ΕΤΕ έλαβε ανεξάρτητη γνωμοδότηση από την UBS Europe σχετικά με το εύλογο και δίκαιο του προσφερθέντος τιμήματος καθώς και ανεξάρτητες νομικές συμβουλές από τη Skadden Arps Slate Meagher & Flom και από Ελληνες καθηγητές Νομικής. 

Οπως σημειώνει σε ανακοίνωσή της η ΕΤΕ, η επιτυχής ολοκλήρωση της συναλλαγής φέρνει την ΕΤΕ ένα βήμα πιο κοντά στην υλοποίηση των δεσμεύσεων που η τράπεζα ανέλαβε στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης που συμφωνήθηκε μεταξύ της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη λήψη κρατικής βοήθειας κατά την ανακεφαλαιοποίηση της ΕΤΕ το 2012. Πηγές της τράπεζας σημειώνουν ότι η μη υλοποίηση των δεσμεύσεων, που συνιστούν ένα είδος μνημονιακής υποχρέωσης, θα είχε δυσχερείς επιπτώσεις τόσο για την ΕΤΕ όσο και για την κυβέρνηση, καθώς η κρατική ενίσχυση για την τράπεζα θα μπορούσε να κριθεί παράνομη και η Επιτροπή να ζητήσει την επιστροφή της, δηλαδή την ισόποση μείωση των κεφαλαίων της ΕΤΕ.

Βάση για την αποτίμηση της Εθνικής Ασφαλιστικής αποτέλεσε το ύψος των εποπτικών κεφαλαίων, τα οποία, σύμφωνα με την τράπεζα, ανέρχονται σε 500 εκατ. ευρώ και βάσει αυτών θα πρέπει να αξιολογηθεί το τίμημα. Δευτερευόντως έρχονται τα κέρδη, τα οποία τα τελευταία χρόνια κυμαίνονται μεταξύ 40 και 50 εκατ. ευρώ. Οι διακυμάνσεις στα κέρδη της είναι και απόρροια της εξάρτησης που έχουν τα αποτελέσματα της εταιρείας στο ύψος των επιτοκίων που, με τη σειρά του, είναι άμεσο αποτέλεσμα του χαρτοφυλακίου προϊόντων της εταιρείας. Συγκεκριμένα, το μερίδιο αγοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής στα προϊόντα ζωής και υγείας φτάνει το 26%, σε αντίθεση με 8% στον κλάδο ζημιών, και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής παραγωγής ασφαλίστρων της εταιρείας. Σύμφωνα με τον πωλητή, η σύνθεση αυτή επιδρά αρνητικά στην αποτίμηση της εταιρείας λόγω του παρατεταμένου καθεστώτος  χαμηλών επιτοκίων, τα οποία και δεν προβλέπεται να ανέβουν στο μεσοπρόθεσμο μέλλον. 

Η συμφωνία υπήρξε αποτέλεσμα πολύμηνων διαπραγματεύσεων καθώς, μετά την αδιέξοδη προσπάθεια πώλησής της το 2016-2018, η Εθνική ζήτησε και έλαβε παράταση για την υλοποίηση του πλάνου αναδιάρθρωσης έως τα τέλη του 2020. Η διαδικασία πώλησης επανεκκίνησε το φθινόπωρο του 2019 και, μετά τη διερεύνηση της αγοράς από τους συμβούλους της τράπεζας, κατατέθηκε μόνο μία δεσμευτική προσφορά, αυτή του CVC Capital, τον Μάρτιο του 2020. Η ολοκλήρωση της συμφωνίας με το CVC αναδεικνύει το αμερικανικό επενδυτικό κεφάλαιο σε βασικό πάροχο νοσοκομειακών προγραμμάτων, ενώ, μέσω της ισχυρής θέσης που έχει στον κλάδο των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων, αποτελεί και κυρίαρχο πάροχο υπηρεσιών υγείας. 

Στην Ελλάδα το CVC έχει επενδύσει πάνω από 750 εκατ. από το 2017. Μεταξύ των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει είναι η εξαγορά της Vivartia, οι εξαγορές στον χώρο της υγείας (Metropolitan, «Υγεία», «Ιασώ General», «Μητέρα» και «Λητώ»), στις μαρίνες Ζέας, Γουβιών Κέρκυρας και Λευκάδας, καθώς και στο ηλεκτρονικό εμπόριο μέσω της skroutz.gr.