ΑΠΟΨΗ

Το δίλημμα πληθωρισμός ή άνοδος επιτοκίων

Το δίλημμα πληθωρισμός ή άνοδος επιτοκίων

Συνεχίζουν, είναι αλήθεια με διακυμάνσεις, να αμφισβητούν οι αγορές τη στάση «υπομονής» (behind the curve) της Fed απέναντι στις αυξανόμενες αποδόσεις των κυβερνητικών ομολόγων και συνακόλουθα των υψηλών πληθωριστικών προσδοκιών. Στην ακρόαση μπροστά στο Κογκρέσο την περασμένη Πέμπτη, ο διοικητής Πάουελ επέμεινε ότι η όποια αναζωπύρωση του πληθωρισμού για το 2021 (2,4%) θα είναι προσωρινή, μεταβατική και κυρίως αγκυροβολημένη (anchored) στον στόχο του μέσου όρου χρονικά προς το 2%. Στην πραγματικότητα, με την ψήφιση του πακέτου δημοσιονομικής ενίσχυσης του προέδρου Μπάιντεν, θα λάβει χώρα η νομισματική χρηματοδότηση του χρέους του αιώνα. Αν και παράγοντες της αγοράς όλων των πολιτικών καταβολών πανηγυρίζουν, εντούτοις οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται είναι μεγάλοι. Ηδη, οι πρώτες παρενέργειες διαπιστώνονται στις αναδυόμενες αγορές όπου, με την εξαίρεση ολίγων χωρών με αποθέματα συναλλαγματικών διαθεσίμων και ρευστού ή καλής σχετικά δημοσιονομικής θέσης όπως η Ινδονησία ή η Ρωσία, η φυγή κεφαλαίων προκαλεί ακόμη και απολύσεις κεντρικών τραπεζιτών όπως στην Τουρκία. Ενα ακόμη ζήτημα που δεν πρέπει να διαφύγει την προσοχή μας είναι το εάν αμφισβητείται στην πράξη η ανεξαρτησία της Fed όταν η κυβέρνηση εκδίδει ένα πλήθος ομολογιών χρέους και η κεντρική τράπεζα αγοράζει αφειδώς, επιβαρύνοντας τον ισολογισμό της από 3,8 τρισ. δολ. (γ΄ τρίμηνο 2019) σε 7,7 τρισ. δολ. (α΄ τρίμηνο 2021). Προφανώς αυτό δεν γίνεται τυχαία καθώς σε μια ήδη κορεσμένη αγορά ομολόγων μηδενικών και αρνητικών αποδόσεων όλο και λιγότεροι επιθυμούν να συνεχίζουν να αγοράζουν τέτοια προϊόντα σταθερού εισοδήματος, και ας ισχύει από την άλλη και το «cash is trash».

Η τεράστια αυτή αγορά των ομολόγων, καθώς (θα) «υποδέχεται» το πακέτο Μπάιντεν, αναμένεται να οδηγεί συνεχώς και βαθμιαίως σε όλο και περισσότερους πωλητές από ό,τι αγοραστές, εξ ου και η μεγάλη άνοδος των αποδόσεων του 10ετούς από το 0,9 στο σχεδόν 1,7. Η κίνηση αυτή που έχει να παρατηρηθεί πολλές δεκαετίες, συμπυκνώνει όλους τους κινδύνους που αφορούν τον πληθωρισμό, το ύψος του χρέους, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη μεγέθυνση και την απασχόληση, τα επιτόκια. Καθώς η άνευ προηγουμένου αυτή δημοσιονομική επέκταση (θα) φτάνει στην αμερικανική αλλά και στην παγκόσμια αγορά, η Fed είτε θα αναγκαστεί να υψώσει τα επιτόκια κατακρημνίζοντας τις κεφαλαιαγορές και στη συνέχεια την πραγματική οικονομία ή θα αποδεχθεί κάποιον πληθωρισμό, είτε αυτός παρουσιαστεί ως νομισματικό φαινόμενο είτε ως στασιμοπληθωρισμός.

Υπάρχει βέβαια πάντα η εκδοχή το φαινόμενο του υψηλού πληθωρισμού να μην εμφανιστεί, με συγκεκριμένες αιτίες. Μία, η πιο ευνοϊκή, είναι η αύξηση της παραγωγικότητας. Η δεύτερη είναι αυτή η άνευ προηγουμένου ενίσχυση των εισοδημάτων να μην καταλήξει, όλη ή η περισσότερη, σε δαπάνη, γεγονός που μπορεί να καταδείξει μια μεγαλύτερη από ό,τι φανταζόμασταν «δομική στασιμότητα», με τεράστιες λίμνες στάσιμων αποταμιεύσεων. Τέλος, υπάρχει κι ένα ζήτημα με τον ακριβή υπολογισμό του πληθωρισμού. Η πανδημία έχει αλλάξει τις συνήθειες και την κατανομή των δαπανών των νοικοκυριών, με αποτέλεσμα να μην ξέρουμε ακριβώς τι να μετρήσουμε και σε τι αναλογία στο συνολικό καλάθι. Αλλά και οι δυνατότητες μέτρησης της αυξήσεων των τιμών εν μέσω πανδημίας είναι περιορισμένες. Οι μετρήσεις θα μπορούσαν να είναι εφικτές μόνο πλέον μέσω των αγορών των πιστωτικών καρτών, υπό κάποιες προϋποθέσεις.

* Ο κ. Θεόδωρος Πελαγίδης είναι υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και καθηγητής οικονομικής ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.