ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η δυναμική της ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από τις μεταρρυθμίσεις

Η δυναμική της ανάπτυξης θα εξαρτηθεί από τις μεταρρυθμίσεις

Η δέσμευση στην εφαρμογή αποτελεί το «κλειδί» για την επιτυχία του ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης, τονίζει ο καναδικός οίκος αξιολόγησης DBRS Morningstar, με αφορμή την οριστικοποίησή του εντός της εβδομάδας και την υποβολή του στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Οπως επισημαίνει, οι πυλώνες του σχεδίου είναι τέσσερις: η πράσινη μετάβαση, η ψηφιακή μετάβαση, η προώθηση της απασχόλησης, των δεξιοτήτων και της κοινωνικής συνοχής και, τέλος, οι ιδιωτικές επενδύσεις και ο οικονομικός και θεσμικός μετασχηματισμός. Εάν εφαρμοστεί, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τη δυναμική της ανάπτυξης και να αυξήσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο 81% του μέσου όρου της Ε.Ε. έως το 2030, από 67% το 2019, και να μειώσει την ανεργία στο 7%, από 16,2% στα τέλη του 2020. 

Τεράστια ευκαιρία

Η ελληνική οικονομία, τονίζει η DBRS, δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, ενώ η πανδημία αποτέλεσε ένα ακόμη ακριβό πισωγύρισμα για την Ελλάδα. Πάρα την ισχυρή συρρίκνωση του ΑΕΠ το 2020, ωστόσο, το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε. συνιστά τεράστια ευκαιρία για την Ελλάδα να εφαρμόσει πρόσθετες μεταρρυθμίσεις, να επενδύσει στο μέλλον και να ενισχύσει την οικονομία της μεσοπρόθεσμα.

Η Ελλάδα, όπως σημειώνει, συγκαταλέγεται στους περισσότερο ευνοημένους των πόρων του Ταμείου ως ποσοστό του ΑΕΠ. Θα λάβει 17,8 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις, αντίστοιχα με το 10% του ΑΕΠ του 2019, καθώς και 12,7 δισ. ευρώ (7% του ΑΕΠ του 2019) σε δάνεια, τα οποία θα είναι διαθέσιμα έως το 2026. Πρόσθετη χρηματοδότηση από άλλα εργαλεία της Ε.Ε., συνολικού ύψους 3 δισ. ευρώ, θα είναι επίσης διαθέσιμα.

Συνολικά η DBRS αναμένει ότι το Ταμείο θα ενδυναμώσει άμεσα την κεφαλαιακή βάση της Ελλάδας μέσω της ενίσχυσης των οικονομικών υποδομών και των προοπτικών του εργατικού δυναμικού της, καθώς και μέσω δαπανών σε μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα βελτιώσουν τις δεξιότητες των εργαζομένων και την κοινωνική συνοχή.

Ωστόσο, το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων θα πρέπει να αυξηθεί σημαντικά για να καλύψει η Ελλάδα το μεγάλο επενδυτικό χάσμα με την υπόλοιπη Ευρωζώνη, όπως προειδοποιεί. Συνεπώς, λόγω της καινοτόμου μορφής του, η εφαρμογή αυτού του νέου εργαλείου της Ε.Ε. ενέχει αρκετές προκλήσεις και θα απαιτήσει ισχυρή εθνική ιδιοκτησία της μεταρρυθμιστικής ατζέντας από πλευράς κυβέρνησης, καθώς και γρήγορα αντανακλαστικά από πλευράς δημόσιας διοίκησης.

Για την αποτελεσματική ανάπτυξη των πόρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα απαιτηθεί ισχυρή κυβερνητική δέσμευση μαζί με αυξημένη διοικητική ικανότητα για την αντιμετώπιση του όγκου των πόρων, υπογραμμίζει. Συνολικά, ο θετικός αντίκτυπος του Ταμείου Ανάκαμψης στην ελληνική οικονομία θα εξαρτηθεί από την ομαλή έγκριση των εκταμιεύσεων και την κατανομή πόρων τόσο σε δημόσιες όσο και σε ιδιωτικές επενδύσεις και σε μεταρρυθμίσεις που θα στηρίξουν την ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη. 

Τα ενθαρρυντικά στοιχεία

Η DBRS υπογραμμίζει πως είναι σημαντικό ότι η απόδοση της Ελλάδας όσον αφορά την απορρόφηση πόρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει βελτιωθεί.
Από το 2014 έως το 2020, το συνολικό ποσοστό απορρόφησης από την Ελλάδα των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ESIF) ανήλθε στο 76,6%. 

Επίσης, πολύ θετικό είναι το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων μέσω της βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της μείωσης της γραφειοκρατίας, ενώ οι πρόσφατες προσπάθειες για τη βελτίωση τις λειτουργικότητας της δημόσιας διοίκησης είναι επίσης ενθαρρυντικές.