ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εκστρατεία Μπάιντεν κατά της ανισότητας στις ΗΠΑ

Εκστρατεία Μπάιντεν κατά της ανισότητας στις ΗΠΑ

Μισό και πλέον αιώνα από τότε που ο Λίντον Τζόνσον κήρυξε τον πόλεμο κατά της φτώχειας, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν σχεδιάζει να καταπολεμήσει την επίμονη ανισότητα στην υπερδύναμη με ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δαπανών και την αναθεώρηση του φορολογικού κώδικα.

Το φιλόδοξο αυτό έργο, που αναμένεται να παρουσιάσει ο κ. Μπάιντεν σήμερα λεπτομερώς στο Πίτσμπουργκ, προκαλεί ήδη διχογνωμία τόσο μεταξύ οικονομολόγων όσο και μεταξύ των Αμερικανών πολιτικών. Οι δεξιόστροφοι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι μπορεί να ανακόψει την ανάπτυξη επιβάλλοντας υψηλούς φόρους στις επιχειρήσεις και στους πλούσιους Αμερικανούς. Οι προοδευτικοί τονίζουν πως η ευνοϊκή προς τους πλούσιους πολιτική που εφαρμόζεται τις τελευταίες δεκαετίες έχει αποτύχει και είναι καιρός για μια νέα στρατηγική.

Με την ομιλία του ο Αμερικανός πρόεδρος αναμένεται να περιγράψει το τμήμα του πακέτου ύψους άνω των 3 τρισ. δολαρίων που προορίζεται για έργα υποδομής. Τα κοινωνικά προγράμματα θα ανακοινωθούν αργότερα μέσα στον Απρίλιο, αλλά το σχέδιο της νέας κυβέρνησης για στήριξη των χαμηλών εισοδημάτων θα καταστεί ήδη σαφές όταν θα παρουσιαστούν τα έργα υποδομής μέσω των προτάσεων, όπως, για παράδειγμα, οι επενδύσεις για την προσφορά ασφαλούς πόσιμου νερού για όλους.

Μιλώντας την περασμένη εβδομάδα στον ραδιοφωνικό σταθμό του Bloomberg, η Χέδερ Μπουζέι, μέλος της επιτροπής οικονομικών συμβούλων του Λευκού Οίκου, τόνισε ότι «είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πως επί δεκαετίες βλέπουμε την ανισότητα να αυξάνεται». Η ίδια προσέθεσε ότι «τελικό κριτήριο επιτυχίας της οικονομίας είναι το κατά πόσον λειτουργεί προς όφελος όλων σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ».

Για πολλούς, όμως, πραγματικά δεν δουλεύει καλά. Το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους Αμερικανούς και στη μεσαία τάξη, καθώς και αυτό που χωρίζει τους δύο προαναφερθέντες από τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, διευρύνθηκε στη διάρκεια των ετών πριν από την πανδημία, ακόμη και εν μέσω της πλέον μακροσκελούς περιόδου ανάπτυξης που έχει καταγραφεί στην ιστορία των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος της Federal Reserve Τζερόμ Πάουελ συγκαταλέγεται μεταξύ όσων επιμένουν πως η ανισότητα ανακόπτει την άνοδο της οικονομίας. Η πεποίθησή του αυτή έχει συνεισφέρει και στην επιλογή του να διατηρήσει αναπτυξιακή νομισματική πολιτική για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι οικονομολόγοι συμφωνούν ως προς το ότι δεν θα είναι εύκολο να αντιστραφεί αυτή η τάση, ακόμη και με μείζονος σημασίας αλλαγές πολιτικής. Ούτε και θα συμβεί γρήγορα. «Πρέπει να γυρίσει κανείς ένα γιγάντιο τάνκερ, και χρειάστηκε μιάμιση γενιά για να φτάσουμε ώς εδώ», σχολιάζει σχετικά ο Μπραντ Ντελόνγκ, καθηγητής Οικονομικών στο Μπέρκλεϊ. Συμπληρώνει, όμως, πως «μπορούμε, πάντως, να αρχίσουμε να γυρίζουμε το γιγάντιο τάνκερ». Και βέβαια κανένα από τα στατιστικά στοιχεία δεν μπορεί να παρουσιάσει το πρόβλημα στο σύνολό του, ωστόσο δίνουν μια αρχική εικόνα τα στοιχεία για την κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος, και είναι αποκαρδιωτικά: Σύμφωνα με στοιχεία των φορολογικών αρχών, το 1979 το μέσο εισόδημα του πλουσιότερου 5% των αμερικανικών νοικοκυριών ήταν τετραπλάσιο από το 20% των Αμερικανών που είχαν ένα μεσαίο εισόδημα. Το 2007, όμως, από τετραπλάσιο είχε γίνει 5,7 φορές μεγαλύτερο και το 2018 είχε φτάσει να είναι 6,6 φορές.

Σύμφωνα, επίσης, με στοιχεία της Fed, το 1989 ο καθαρός πλούτος του πλουσιότερου 10% των αμερικανικών νοικοκυριών ήταν 9,4 φορές πολλαπλάσιος εκείνου του μεσαίου 20%. Το 2007, όμως, είχε φτάσει να είναι πολλαπλάσιο 13 φορές και το 2017 να είναι 17 φορές πολλαπλάσιό του. Σύμφωνα με στοιχεία του Pew Research Center, το μερίδιο του συνολικού εισοδήματος που καταλήγει στα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος, δηλαδή σε εκείνα που έχουν διπλάσιο εισόδημα από ένα διάμεσο επίπεδο, το 2018 είχε φτάσει στο 48% ενώ το 1970 αντιπροσώπευε μόλις το 29%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα το μερίδιο των νοικοκυριών μεσαίου εισοδήματος στο συνολικό εισόδημα υποχώρησε στο 43% από το 62%.

Οι Αμερικανοί ήσαν ανέκαθεν δεκτικοί σε  κάποιας μορφής ανισότητα, με το σκεπτικό ότι θα αντανακλά την αμοιβή για τη σκληρή εργασία, την ανάληψη κινδύνου και την ευφυΐα. Σύμφωνα, όμως, με ερευνητές όπως ο Τζον Φρίντμαν, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο επίπεδο του εισοδήματος. Οπως τονίζει, «υπάρχει επίσης τεράστια ανισότητα ευκαιριών». Επικαλείται τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι παιδιά ισότιμα ως προς την ακαδημαϊκή τους απόδοση σε νεαρή ηλικία, αλλά διαφορετικά ως προς την εισοδηματική και κοινωνική τάξη από την οποία προέρχονται ή ακόμη και από τη γειτονιά στην οποία μεγάλωσαν, καταλήγουν με μεγάλες εισοδηματικές διαφορές ως ενήλικοι και επαγγελματίες. «Το θέμα δεν είναι μόνον ποιος είναι έξυπνος», τονίζει ο Φρίντμαν και υπενθυμίζει στους  Αμερικανούς πως «επικρατεί σχεδόν γενική συναίνεση ως προς το ότι δεν είναι σωστό να καθορίζει τις δυνατότητες της ζωής μας η τύχη του περιβάλλοντος στο οποίο γεννηθήκαμε».