ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η κόντρα ΗΠΑ – Κίνας πλήττει το λιανεμπόριο

i-kontra-ipa-kinas-plittei-to-lianemporio

Μεγάλες δυτικές εταιρείες λιανεμπορίου βρίσκονται στο μέσον διασταυρούμενων πυρών, μιας και πιέζονται να αποφασίσουν μεταξύ της υποστήριξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των εσόδων τους από την αγορά της Κίνας, όπως αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμά της η εφημερίδα Financial Times. Και αυτό διότι οι Ηνωμένες Πολιτείες με πολλές δυτικές κυβερνήσεις διεξάγουν εκστρατεία κατά του Πεκίνου με την επιβολή κυρώσεων με αφορμή τις διώξεις μουσουλμάνων Ουιγούρων στη Σινγιάνγκ, μιας μειονοτικής ομάδας, η οποία ανέκαθεν υφίστατο διώξεις από το καθεστώς. Σταδιακά η Κίνα ετοιμάζεται για τη διοργάνωση των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2022, οπότε μπαίνει ακόμη περισσότερο στο μικροσκόπιο. Επιπλέον, δίνεται μία ευκαιρία οι ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να προτρέψουν τις διεθνείς εταιρείες να λάβουν θέση σχετικά με την καταστολή εις βάρος των Ουιγούρων, την οποία οι ΗΠΑ αυτή την εβδομάδα χαρακτήρισαν επισήμως «γενοκτονία». Εν τω μεταξύ, το Κογκρέσο εξετάζει την εφαρμογή νόμων, οι οποίοι θα ασκούσαν πιέσεις στις επιχειρήσεις για να διασφαλίσουν πως οι αλυσίδες εφοδιασμού τους δεν παράγουν τα προϊόντα τους στηριζόμενες σε καταναγκαστική εργασία ανθρώπων στη Σιντζιάνγκ, μια περιοχή πλούσια σε βαμβάκι και άλλες πρώτες ύλες.

Αντεπίθεση

Η αυξανόμενη πίεση σημειώνεται την ίδια στιγμή κατά την οποία το Πεκίνο αναρριπίζει τα εθνικιστικά ανακλαστικά των πολιτών, οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να αγοράσουν προϊόντα της Νike και της H&M, λόγου χάριν, που έχουν διατυπώσει τις ανησυχίες τους για τα συμβαίνοντα στη Σιντζιάνγκ (Nike), με συνέπεια την οργή καταναλωτών και ντόπιων συνεργατών, ή δεσμεύθηκαν να παύσουν να χρησιμοποιούν την καταναγκαστική εργασία εκεί στο πλαίσιο της προμηθευτικής τους αλυσίδας (Η&Μ), με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται τα προϊόντα τους στις κινεζικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Ορισμένες εταιρείες εξακολουθούν να έχουν αναρτημένες τις απόψεις τους στην ιστοσελίδα τους, αλλά κάποιες άλλες όχι. Ειδικότερα, η VF Corporation, εταιρεία των ειδών άθλησης, πεζοπορίας και ορειβασίας με το εμπορικό σήμα The North Face, απέσυρε την ανακοίνωσή της, αν και στον ιστότοπό της υπάρχει κείμενο για την καταναγκαστική εργασία, αλλά δεν γίνεται αναφορά στη Σινγιάνγκ, ενώ σε άλλη αναφορά σχετική με την περιοχή δεν γίνεται λόγος για την εργασία. Ανάλογη πολιτική εφαρμόζει και ο όμιλος PVH, στον οποίο ανήκουν εμπορικά σήματα, όπως αυτό του Calvin Klein, αποφασίζοντας να αποσύρει από τον ιστότοπό του ανακοίνωση για την καταναγκαστική εργασία στη Σινγιάνγκ ως εξόχως προβληματική.

Μιλώντας στους Financial Times ο Τζιούερ Ιλχαμ, ακτιβιστής του οποίου ο πατέρας Ιλχαμ Τόχτι, ως υποστηρικτής των δικαιωμάτων των Ουιγούρων, καταδικάστηκε σε ισόβια στην Κίνα, δεν έκρυψε την ανησυχία του για τη στάση ορισμένων επιχειρήσεων. «Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι κάνουν λάθος», τόνισε ο κ. Ιλχαμ, ο οποίος εργάζεται για την Κοινοπραξία Εργατικών Δικαιωμάτων. Πέραν του βάμβακος, στη Σιντζιάνγκ παράγονται και άλλες πρώτες ύλες, όπως το πολυπυρίτιο, το οποίο χρησιμοποιείται στην κατασκευή φωτοβολταϊκών. Χαρακτηριστικό της σύγχυσης των επιχειρήσεων, που καλούνται με κάποιον τρόπο να πάρουν θέση στη διαμάχη ΗΠΑ και Κίνας, είναι όσα λέει η Σόφι Ρίτσαρντσον, διευθύντρια για τα θέματα της Κίνας στην οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights Watch: «Εχω λάβει περισσότερες κλήσεις από τις αρχές του τρέχοντος έτους από ό,τι τα προηγούμενα 15 χρόνια μου στη Human Rights Watch. Οι τράπεζες, οι κατασκευαστές, οι όμιλοι επενδύσεων, οι εταιρείες κλωστοϋφαντουργίας θέτουν την ίδια ερώτηση: υπό το πρίσμα όλων των πληροφοριών και των γεγονότων μπορούν να διατηρήσουν τις δραστηριότητές τους εκεί και να αισθάνονται καλά ταυτόχρονα;». Και η ανησυχία έχει πλέον μετατραπεί σε «τυφλό πανικό», όπως προσέθεσε, εν κατακλείδι, η κ. Ρίτσαρντσον, λόγω του μποϊκοτάζ σε δυτικά προϊόντα που κινητοποίησε η Κίνα.