ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΕΚΤ αύξησε κατά 75 δισ. ευρώ τα επισφαλή στοιχεία τραπεζών

i-ekt-ayxise-kata-75-dis-eyro-ta-episfali-stoicheia-trapezon-561337684

Οι μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωζώνης τείνουν συστηματικά να είναι υπεραισιόδοξες σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία με την οποία αποτιμούν τους κινδύνους για τα στοιχεία του ενεργητικού τους και το πώς υπολογίζουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Στην εκτίμηση αυτή καταλήγει η ΕΚΤ, παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα πενταετούς μελέτης της από την οποία προκύπτει πως έχουν μειωθεί τα ίδια κεφάλαια πολλών εκ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών. Στην εν λόγω μελέτη η ΕΚΤ εξέτασε τα μοντέλα που χρησιμοποιούν για να αποτιμήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο, το ρίσκο της αγοράς, αλλά και τους πιστωτικούς κινδύνους των αντισυμβαλλόμενων πλευρών.

Οπως τόνισε η Τράπεζα, που σημειωτέον εποπτεύει τα 115 μεγαλύτερα ιδρύματα της Ευρωζώνης, εντόπισε πάνω από 5.800 ελλείψεις στον τρόπο με τον οποίο υπολογίζουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια και τις αδυναμίες τους 65 από τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρωζώνης. Το αποτέλεσμα ήταν να αυξήσει η ΕΚΤ κατά 75 δισ. ευρώ τα στοιχεία ενεργητικού που θεωρεί επισφαλή, ενώ υποβάθμισε κατά 0,71 εκατοστιαίες μονάδες τον μέσον όρο δείκτη βασικών κεφαλαίων των ευρωπαϊκών τραπεζών. Σημειωτέον ότι οι 65 τράπεζες που εξέτασε στο διάστημα από το 2017 μέχρι το 2019 αντιπροσώπευαν τουλάχιστον το 85% του συνόλου του ενεργητικού που συγκεντρώνουν οι 115 οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα και την εποπτεία της.

Σχολιάζοντας τα πορίσματα της εν λόγω μελέτης, σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times, υπογραμμίζει πως τα συμπεράσματα της σχετικής έρευνας επιβεβαιώνουν τις υποψίες που επί χρόνια εκφράζουν ρυθμιστικές αρχές και αναλυτές σε ό,τι αφορά τους εσωτερικούς ελέγχους των ευρωπαϊκών τραπεζών. Εν ολίγοις ότι οι μεγαλύτερες τράπεζες υποτιμούν τους κινδύνους που εγκυμονούν στοιχεία του ενεργητικού τους και εμφανίζουν τους ισολογισμούς τους σαφώς ισχυρότερους από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Στόχος τους βέβαια το πλεονέκτημα που κερδίζουν βραχυπρόθεσμα έναντι ανταγωνιστών τους.

Η βρετανική εφημερίδα υπογραμμίζει επίσης ότι η ΕΚΤ εντόπισε πολλές αδυναμίες  στα μοντέλα με τα οποία υπολογίζουν οι τράπεζες τις επισφάλειες. Πρόκειται για αδυναμίες που απορρέουν από τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο ερμήνευαν οι διάφορες εθνικές αρχές τους κανόνες περί κεφαλαιακής επάρκειας προτού αναλάβει η ΕΚΤ την εποπτεία των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών το 2014.

Η τακτική υποτίμησης των κινδύνων από τις τράπεζες κατέστη σαφής όταν η ελβετική Credit Suisse ανακοίνωσε ζημίες ύψους περίπου 4,7 δισ. δολαρίων εξαιτίας της έκθεσής της στην Αrchegos, την επιχείρηση διαχείρισης οικογενειακής περιουσίας που κατέρρευσε προ ημερών. Σημειωτέον ότι οι μεγάλες τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν δικά τους εσωτερικά μοντέλα αποτίμησης του πιστωτικού κινδύνου, του κινδύνου πτώχευσης ή ζημίας από μη εξυπηρετούμενα δάνεια ή από άλλα στοιχεία ενεργητικού βάσει του ιστορικού της ή παλαιότερων δεδομένων. Τα ευρωπαϊκά ιδρύματα έχουν τώρα προθεσμία μέχρι το τέλος του έτους για να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαια, αν και πολλές ενδέχεται να το έχουν ήδη κάνει, δεδομένου ότι η ΕΚΤ είχε αρχίσει να ενημερώνει για τα πορίσματα των μελετών της από το 2018. Στη σχετική ανακοίνωσή της η ΕΚΤ τονίζει πως οι ευρωπαϊκές τράπεζες μπορούν να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν τα εσωτερικά μοντέλα τους για την αποτίμηση των κινδύνων τους υπό τον όρο ότι στη συνέχεια θα λαμβάνουν τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα μέσα σε συγκεκριμένες προθεσμίες.

Παράλληλα, η ΕΚΤ καλεί τις ευρωπαϊκές τράπεζες να επενδύσουν στη  βελτίωση των εσωτερικών μοντέλων που χρησιμοποιούν για την αποτίμηση της ποιότητας του ενεργητικού τους και των κινδύνων τους και να αναβαθμίσουν τη σχετική διαδικασία.