ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Επικίνδυνα χρηματοπιστωτικά παιχνίδια

Η ιστορία επαναλαμβάνεται και, παρά το γνωστό ρηθέν, όχι απαραιτήτως ως φάρσα. Τουλάχιστον για ορισμένους μπορεί να επαναλαμβάνεται ως μίνι τραγωδία κάθε φορά. Πριν από 12 χρόνια η παγκόσμια κοινότητα διαπίστωσε ότι ο παράγοντας που είχε πραγματικά οδηγήσει στη χρηματοπιστωτική κρίση και είχε κλονίσει συθέμελα την οικονομία του πλανήτη δεν ήταν άλλος από τη σταδιακή χαλάρωση των ρυθμίσεων. Ο λόγος για τις ρυθμίσεις που είχαν επιβληθεί στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα δεκαετίες νωρίτερα, προκειμένου να αποτραπεί μια νέα κρίση ανάλογη της Μεγάλης Υφεσης του 1929 που οδήγησε στην τραγωδία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σταδιακά, τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είχαν εκμεταλλευτεί τη χαλάρωση των ρυθμίσεων και είχαν προβεί σε παράτολμα ανοίγματα στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος αλληλένδετων παικτών, προκαλώντας μια κρίση που άρχισε, όπως πολλοί θα θυμούνται, με την κατάρρευση ενός ιστορικού τραπεζικού κολοσσού, της Lehman Brothers.

Μετά τη νέα καταστροφή, που τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν οδήγησε σε πόλεμο, επιβλήθηκαν εκ νέου ορισμένες ρυθμίσεις και ένα σαφώς αυστηρότερο πλαίσιο, και πάλι σε μία προσπάθεια να αποτραπεί μια επανάληψη. Οι εξελίξεις καταδεικνύουν, πάντως, ότι επανέρχεται το ίδιο σενάριο, καθώς τους τελευταίους μήνες έχουν καταρρεύσει με πάταγο εταιρείες πληρωμών, επενδυτικές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έπειτα από υπερβολικά ή ένοχα ανοίγματα και παράτολμα στοιχήματα. Και βέβαια, συχνά στην πτώση τους παρέσυραν πολλούς και προκάλεσαν ουδόλως ευκαταφρόνητες ζημίες. Την ώρα που συντασσόταν το παρόν, η απερχόμενη καγκελάριος της Γερμανίας αντέκρουε ενώπιον αρμόδιας επιτροπής του γερμανικού Κοινοβουλίου την κατηγορία ότι η κυβέρνησή της επέλεξε να παραβλέψει τις ατασθαλίες της γερμανικής εταιρείας χρηματοοικονομικής τεχνολογίας Wirecard. Η γερμανική Enron,  όπως χαρακτηρίστηκε η Wirecard, μετά την πτώση της έχει προκαλέσει τριγμούς στο πολιτικό σύστημα της Γερμανίας από τον Ιούνιο του περασμένου έτους, οπότε αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι περίπου 2 δισ. ευρώ στους ισολογισμούς της ήταν «ανύπαρκτα». Λίγες ώρες νωρίτερα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Ολαφ Σολτς, είχε υπεραμυνθεί της στάσης του Βερολίνου και η υπερασπιστική γραμμή των δύο πολιτικών ήταν πως δεν είχαν λόγο να υποψιάζονται ότι υπήρχε κάτι ύποπτο σε ένα γερμανικό success story.

Νωρίτερα, η ναυαρχίδα του βρετανικού Τύπου, η εφημερίδα Guardian, εξέθετε τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας, Ντέιβιντ Κάμερον, παραθέτοντας σε ρεπορτάζ της αποσπάσματα από τις γραπτές εκκλήσεις του προς την Τράπεζα της Αγγλίας από την οποία ζητούσε να διακινδυνεύσει 20 δισ. στερλίνες από τα χρήματα των φορολογουμένων για να στηρίξει την εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας Greensill. Η εν λόγω εταιρεία, που επίσης κατέρρευσε προ ολίγων εβδομάδων, είχε τιτλοποιήσει τα δάνειά της μετατρέποντάς τα σε ομόλογα και τα πουλούσε σε επενδυτές, με αποτέλεσμα να φτάσει να εξαρτάται η χρηματοδότησή της από την πώληση των δανείων της σε τρίτους και να καταρρεύσει. Δύο χρόνια νωρίτερα, είχε επενδύσει 1,5 δισ. δολάρια στην Greensill η ιαπωνική Softbank που προ μηνών προκάλεσε μεγάλη υποχώρηση του δείκτη Nasdaq και πολλών εταιρειών υψηλής τεχνολογίας αλλά και διεθνών ΜΜΕ. Ηταν οι ίδιες εταιρείες τις μετοχές των οποίων είχε οδηγήσει στα ύψη στοιχηματίζοντας επί μεγάλο χρονικό διάστημα στην άνοδό τους με χρήματα που είχε αντλήσει μέσω ανεξέλεγκτου δανεισμού. Και βέβαια, ακόμα ηχεί η ανακοίνωση της Credit Suisse για την έκθεσή της στην πτωχεύσασα Archegos, που υπερβαίνει τα 20 δισ. δολάρια.

Ο κόσμος των κρυπτονομισμάτων και η πίεση για κανόνες

Μιλώντας για ρυθμίσεις και προπαντός για την ανεπάρκεια ρυθμίσεων, δεν μπορεί να παραλείψει κανείς το ακανθώδες θέμα των κρυπτονομισμάτων, της νέας αυτής ανεξιχνίαστης μορφής επένδυσης, που βρίσκεται σε μια σφαίρα αδιαφάνειας και απόλυτης έλλειψης ρυθμίσεων. Η άνοδος, οι συχνά υπερβολικές ταλαντώσεις τους και η κατά πολλούς αναμενόμενη πτώση τους απασχολεί τόσο τις ρυθμιστικές αρχές ώστε οι πιέσεις εντείνονται διαρκώς.

Πιθανότατα να εξωθήσει περαιτέρω τα πράγματα το νέο σκάνδαλο, γιατί όλα δείχνουν ότι περί σκανδάλου πρόκειται, που σημειώθηκε μέσα στην εβδομάδα στην Τουρκία, όταν χιλιάδες χρήστες της πλατφόρμας συναλλαγών κρυπτονομισμάτων Thodex βρέθηκαν «κλειδωμένοι» έξω από τους λογαριασμούς τους, χωρίς πρόσβαση δηλαδή στα χρήματά τους, τα οποία κινδυνεύουν να χάσουν. Η πλατφόρμα ήταν επί μέρες κλειστή και ο διευθύνων σύμβουλός της εξαφανισμένος. Οι χρήστες υπέβαλαν μήνυση εναντίον της πλατφόρμας και η υπόθεση οδήγησε σε σειρά συλλήψεων ενώ τα στοιχεία από την προκαταρκτική έρευνα των αστυνομικών αρχών φέρουν τον διευθύνοντα σύμβουλο της Thodex να έχει περάσει τα σύνορα, να βρίσκεται ενδεχομένως στην Αλβανία, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, και δεν αποκλείεται να έχει μαζί του τα χρήματα των χρηστών. H εταιρεία επιμένει να διαψεύδει τις εναντίον της κατηγορίες, ενώ ισχυρίζεται ότι έχει μείνει κλειστή για τέσσερις ημέρες επειδή είναι σε εξέλιξη διαδικασία πώλησής της.

Η είδηση συνέπεσε με δημοσίευμα των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν κατά πόσον το Binance, από τα μεγαλύτερα χρηματιστήρια κρυπτονομισμάτων, έχει συμμορφωθεί με τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των χρηματιστηρίων σε ό,τι αφορά τη διαπραγμάτευση μετοχών μέσω κρυπτονομισμάτων. Εχει προηγηθεί ανακοίνωση του Binance πριν από λίγες ημέρες ότι επιτρέπει σε χρήστες εκτός ΗΠΑ, Κίνας και Τουρκίας «να διαπραγματεύονται μετοχές μέσω των κρυπτονομισμάτων». Οπως τονίζει η βρετανική εφημερίδα, η κίνηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα άλματα του Binance, που εισέρχεται σε μια άκρως εξειδικευμένη αλλά και βαρύτατα ρυθμισμένη αγορά. Η υπόθεση έχει κεντρίσει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον των βρετανικών αρχών και δεν πρόκειται να τελειώσει εύκολα. Εχει, άλλωστε, προηγηθεί προ ημερών η εισαγωγή ενός άλλου μεγάλου χρηματιστηρίου κρυπτονομισμάτων, του Coinbase, στην αγορά της Νέας Υόρκης και ειδικότερα στον δείκτη Nasdaq. Κι ενώ για τους οπαδούς των κρυπτονομισμάτων οι κινήσεις αυτές οδηγούν τα κρυπτονομίσματα όλο και βαθύτερα στον κόσμο των κοινώς αποδεκτών επενδύσεων, παράλληλα επικρατεί στην αγορά η υποψία πως πρόκειται να ενταθούν οι πιέσεις για ρυθμίσεις που θα διακυβεύσουν τον σκληρό πυρήνα της ιδέας των κρυπτονομισμάτων: το απόρρητο, που είναι ταυτοχρόνως και το κίνητρο πολλών εξ όσων έχουν επιλέξει να επενδύσουν σε κρυπτονομίσματα. Και είναι επίσης ο λόγος που τόσες αρχές και τόσοι οικονομολόγοι έχουν κατηγορήσει τα κρυπτονομίσματα ότι προσφέρονται για ξέπλυμα χρήματος και χρηματοδότηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας.

Οι ευθύνες

Καλούμενος να δώσει εξηγήσεις για την πτώση της Wirecard, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς ισχυρίστηκε πως «η κυβέρνηση δεν φέρει ευθύνη για αυτό το σκάνδαλο μεγάλης κλίμακας». Προκάλεσε όμως την αντίδραση του Φάμπιο ντε Μάζι, του Die Linke, που τόνισε πως «κάποια στιγμή κάποιος πρέπει να εξηγήσει στους μικροεπενδυτές ποιος έκανε το λάθος».

Τα «πλοκάμια»

Σχολιάζοντας την πρόσφατη κατάρρευση του hedge fund Archegos, που με παράτολμα στοιχήματα εξωθούσε ανοδικά μετοχές και κατέρρευσε προκαλώντας ζημίες πολλών δισ. σε Credit Suisse και Nomura, ο Τζο Σαλούτζι, διευθυντικό στέλεχος της επενδυτικής Themis Trading, είπε: «Οποτεδήποτε υπάρχουν στη μέση παράγωγα, δεν ξέρεις μέχρι πού φθάνουν τα πλοκάμια».

Ο κίνδυνος

Ο οίκος Fitch Ratings εκτιμά ότι, παρά τις δυσθεώρητες ζημίες που έχουν προκαλέσει αυτές οι πτωχεύσεις, δεν θα κλονίσουν το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υπογραμμίζει ωστόσο ότι τα περιστατικά αυτά σκιαγραφούν το μέγεθος του κινδύνου που διατρέχουν οι τράπεζες όταν χρηματοδοτούν και συνεργάζονται με επισφαλή επενδυτικά σχήματα.