ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

«Κλειδί» για υψηλότερη ανάπτυξη η φθηνότερη ενέργεια, λέει το ΙΟΒΕ

kleidi-gia-ypsiloteri-anaptyxi-i-fthinoteri-energeia-leei-to-iove-561345577

Τον κρίσιμο ρόλο του ενεργειακού τομέα για τη μετάβαση σε ένα πιο ανταγωνιστικό και βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο αναλύει έρευνα του ΙΟΒΕ, την οποία πραγματοποίησε για λογαριασμό της διαΝΕΟσις. 

Η έρευνα του ΙΟΒΕ καταγράφει τις προκλήσεις και τις προτεραιότητες του ενεργειακού τομέα της χώρας στον δρόμο για τη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία και είναι αξιοσημείωτη η αναφορά του στο ενεργειακό κόστος, για το οποίο επισημαίνει την ανάγκη μείωσής του και τη θετική επίδραση που θα έχει αυτό όχι μόνο στη μεταποίηση αλλά στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με το σενάριο που εξετάζει το ΙΟΒΕ, η μείωση του κόστους ενέργειας κατά 10% θα οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1 δισ. ευρώ και της απασχόλησης κατά 21.500 θέσεις εργασίας.

Για τη μείωση του ενεργειακού κόστους η μελέτη προτείνει εξασφάλιση ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού με επαρκή ρευστότητα, αποτελεσματική εποπτεία και χρηματοοικονομική ακεραιότητα και αξιοπιστία, καθώς και διατήρηση των υφιστάμενων αλλά και νέων μέτρων (αντιστάθμιση έμμεσου κόστους εκπομπών ηλεκτρικής ενέργειας, επανεξέταση χρεώσεων δικτύων, αμειβόμενες υπηρεσίες διακοπής φορτίου κ.ά.).

Πέραν του ενεργειακού κόστους στην αγορά ηλεκτρισμού, η μελέτη διαπιστώνει επίσης ως σημαντικά προβλήματα την έλλειψη υποδομών δικτύων αλλά και τις υψηλές ανεξόφλητες οφειλές της ΔΕΗ άνω των 2,7 δισ. ευρώ. Για την επίτευξη του μακροπρόθεσμου στόχου κλιματικής ουδετερότητας το 2050, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ θα απαιτηθούν τα επόμενα χρόνια επενδύσεις σημαντικού ύψους, μεταξύ άλλων για βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ, κρίσιμες υποδομές δικτύων ενέργειας και τη δίκαιη μετάβαση των περιοχών που εξαρτώνται από τον λιγνίτη. Στην ταχεία προώθηση των ενεργειακών επενδύσεων που θα βοηθήσουν στη γρήγορη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας θα συμβάλουν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, το 37% των οποίων θα διοχετευθεί σε επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση.

Αναλύοντας τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού στο νέο πλαίσιο του target model, η έρευνα επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος τα προσωρινής φύσεως μέτρα που έχουν τεθεί με σκοπό την ομαλότερη μετάβαση να παραμείνουν σε ισχύ για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας έτσι την ουσιαστική ανάπτυξη του ανταγωνισμού στην αγορά. Σημαντικές προκλήσεις «βλέπει» το ΙΟΒΕ και από την προβλεπόμενη μεγάλης κλίμακας διείσδυση των ΑΠΕ. Μεταξύ άλλων επισημαίνει το ενδεχόμενο να συνεχίζουν να απαιτούνται σημαντικοί πρόσθετοι πόροι εκτός χονδρεμπορικής αγοράς για τη στήριξη τόσο νέων όσο και παλαιών ΑΠΕ λόγω της πτωτικής τάσης των χονδρεμπορικών τιμών ρεύματος. Οι συμφωνίες απευθείας πώλησης ενέργειας από παραγωγούς ΑΠΕ σε μεγάλους καταναλωτές (PPAs) σε προκαθορισμένες τιμές για μακρά χρονικά διαστήματα και η κάλυψη τυχόν υπολειπόμενης ζήτησης μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς ή μέσω διμερών συμβάσεων με συμβατικούς παραγωγούς μπορούν, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, να αποτελέσουν εργαλεία που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη έργων ΑΠΕ.

Περιθώρια σημαντικής βελτίωσης προβλέπει το ΙΟΒΕ στον τομέα της ενεργειακής αποδοτικότητας, όπου η Ελλάδα υστερεί σημαντικά σε σύγκριση με τον μέσο όρο στην Ε.Ε.-27 στους περισσότερους τομείς. Σημειώνει δε ότι η επίτευξη των εθνικών στόχων για εξοικονόμηση ενέργειας μέχρι το 2020 είναι κυρίως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και λιγότερο της προσπάθειας βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας.

Το ΙΟΒΕ αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο του φυσικού αερίου ως καυσίμου-γέφυρα, ενώ επισημαίνει τον χαμηλό βαθμό αυτάρκειας της χώρας σε πρωτογενή ενέργεια, κάτι που υποδηλώνει την υψηλή εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές ενέργειας. Υπό αυτό το πρίσμα κρίνει ότι, υπό την προϋπόθεση ότι οι πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων θα είναι υπό απόλυτο έλεγχο, η δημιουργία ενός οικοσυστήματος συνδεδεμένων με τους υδρογονάνθρακες δραστηριοτήτων δεν αντιτίθεται μεσοπρόθεσμα στη διακηρυγμένη πολιτική αποανθρακοποίησης, καθώς η ενεργειακή μετάβαση θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο στο μέλλον, ενώ στο ενδιάμεσο διάστημα η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας θα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.

Τα πρώτα έργα υπογειοποίησης του δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ

Από τη γραμμή επί της λεωφόρου Τατοΐου, μήκους 3,5 χλμ., ξεκίνησαν τα έργα υπογειοποίησης του δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ, στο πλαίσιο του σχετικού προγράμματος το οποίο θα χρηματοδοτηθεί με πόρους ύψους 187 εκατ. από το Ταμείο Ανάκαμψης. Στόχος του ΔΕΔΔΗΕ είναι να υπογειοποιεί 600 χλμ. δικτύου τον χρόνο, για να καλύψει το κενό που χωρίζει την Ελλάδα με τον μέσο όρο της Ευρώπης και για το οποίο απαιτούνται συνολικές επενδύσεις ύψους 20 δισ. Σήμερα τα υπόγεια καλώδια στην Ελλάδα είναι μόλις το 11% του δικτύου, όταν στην Ευρώπη ο μέσος όρος είναι 50% και σε ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες κυμαίνεται στο 70% και 80%.

Τα έργα στην περιοχή του Τατοΐου ξεκίνησαν στις 23 Απριλίου και χθες τα επισκέφθηκαν ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας και ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ Τάσος Μάνος. Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του ΥΠΕΝ, οι εργασίες, με προϋπολογισμό 450.000 ευρώ, αφορούν την κατάργηση εναέριου δικτύου μέσης τάσης, μήκους 3,4 χιλιομέτρων, και αντικατάστασής του από υπόγειο δίκτυο μήκους 4,3 χιλιομέτρων.

Με την ολοκλήρωση των εργασιών, η οποία υπολογίζεται μέσα στον Ιούνιο, το εναέριο δίκτυο μέσης τάσης επί της λεωφόρου Τατοΐου, από το ύψος της συμβολής της με την είσοδο των πρώην βασιλικών κτημάτων έως τη συμβολή της με την οδό Αγίου Αντωνίου στον Δήμο Αχαρνών, θα καταργηθεί και θα αντικατασταθεί από υπόγειο. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό του ΔΕΔΔΗΕ, την τετραετία 2022-2025 θα υπογειοποιηθούν 2.152 χιλιόμετρα εναέριου δικτύου, με τις σχετικές μελέτες αναφορικά με τις περιοχές στις οποίες θα δοθεί προτεραιότητα να έχουν ήδη ξεκινήσει.

Το 30% του πλάνου του ΔΕΔΔΗΕ, όπως είπε ο κ. Μάνος, θα αφορά το δίκτυο της Αττικής και ένα 28% τα νησιά.