ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η σημασία της ανταγωνιστικότητας των Δήμων και Περιφερειών

i-simasia-tis-antagonistikotitas-ton-dimon-kai-perifereion-561349246

Αναφέρομαι στη σημασία της ανταγωνιστικότητας, όχι στο γενικότερο επίπεδό της, δηλαδή στην ανταγωνιστικότητα της χώρας, αλλά πιο ειδικά και στοχευμένα στην ανταγωνιστικότητα των πόλεων, των Δήμων δηλαδή και των Περιφερειών.

Επισημαίνεται εδώ ότι η κατεύθυνση αυτή δεν είναι καθόλου αυθαίρετη αλλά στηρίζεται στην πολιτική της Ε.Ε., η οποία αφού διαπίστωσε ότι οι προτάσεις πολιτικής σε επίπεδο χώρας είχαν μάλλον αναιμικά αποτελέσματα, ειδικά για τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες, κατέληξε σε μία προσέγγιση από τη βάση προς τα πάνω σχετικά με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας ως προς τα μικροοικονομικά στοιχεία που θα είναι ουσιαστικά διαφορετικά από αυτό που βλέπουμε σήμερα.

Οι στρατηγικές αποφάσεις σε σχέση με τις προτάσεις που δημιουργούν αξία και τις προτεραιότητες θα πρέπει να λαμβάνονται πρώτα σε επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης και μετά σε εθνικό επίπεδο. Διότι αυτό είναι το σημείο που αναδύονται τα clusters, οι ομάδες των επιχειρήσεων που συνεργάζονται και αλληλοϋποστηρίζονται. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η κρίσιμη γνώση που θα καθοδηγήσει τις επιλογές πολιτικής, ώστε να δημιουργηθεί το πλαίσιο όπου οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς πρέπει να αποκτήσουν την ικανότητα συνεργασίας προκειμένου να υλοποιήσουν τις δράσεις.

Επιμένουμε στο τοπικό επίπεδο, το επίπεδο των ΟΤΑ δηλαδή, διότι η ανταγωνιστική πόλη είναι αυτή που διευκολύνει με επιτυχία τις εταιρείες και τα εργοστάσια που δραστηριοποιούνται στην περιοχή της να δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις απασχόλησης, να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να μεγεθύνουν τα εισοδήματα των πολιτών.

Θα αναφερθώ σύντομα στα σημεία όπου μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις βελτίωσης της παραγωγικότητας. Υπάρχουν τέσσερις πυλώνες παρέμβασης προκειμένου να είναι αποτελεσματικότεροι οι ΟΤΑ στη μεγέθυνση της οικονομίας και στη δημιουργία θέσεων εργασίας:

Οι θεσμοί, και αναφέρομαι στο πολιτικό και κανονιστικό σύστημα διακυβέρνησης της πόλης, στις σχέσεις με την περιφερειακή και την εθνική διοίκηση, στη συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στα άτομα και την ηγετική ικανότητά τους και τον ρόλο των ιδεών (του οράματος) και στο brand της πόλης.

Οι πολιτικές και το κανονιστικό περιβάλλον με τις μακροοικονομικές πολιτικές που σχετίζονται με τις φορολογικές πολιτικές, τις πολιτικές που αφορούν το επιχειρηματικό περιβάλλον και αναφέρονται κυρίως στην αγορά αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και εργασίας και τις διεθνείς οικονομικές πολιτικές που τοποθετούν ενδεχομένως την πόλη στην παγκόσμια οικονομία μέσα από διεθνείς συνθήκες εμπορίου, ξένες άμεσες επενδύσεις, αλλοδαπούς εργαζομένους και τουρίστες, και ως μέρη ομάδων (clusters) της οικονομικής δραστηριότητας που συνδέονται με τις διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Οι υποδομές και κυρίως οι μεταφορές, οι επικοινωνίες, η ενέργεια και η εφοδιαστική αλυσίδα.

Και το κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή οι τεχνολογικές καινοτομίες και η διάχυσή τους στον κρατικό μηχανισμό, στις επιχειρήσεις και στα δίκτυα μεταξύ δημόσιου – ιδιωτικού φορέα, η παιδεία και τα εκπαιδευτικά συστήματα, τα συστήματα καινοτομίας και οι ΜΜΕ, η επιχειρηματική κουλτούρα, οι εστίες διανοητικής περιουσίας συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων αποθήκευσης δεδομένων, οι συντελεστές βιωσιμότητας και βιοτικού επιπέδου ζωής ώστε να προσελκύεται και να διακρατείται το ταλέντο, η ύπαρξη και καλλιέργεια σχέσεων που να ενισχύουν την εμπιστοσύνη και τη δημιουργία στενών δεσμών και τέλος το εύρος μιας ανοικτής κοινωνίας.

Εδώ οφείλω να επισημάνω ότι οι πλέον σημαντικοί παράγοντες πολιτικής που απαιτούνται ώστε οι ανταγωνιστικές πόλεις να φτάσουν στον στόχο τους είναι οι ίδιοι οι δήμαρχοι και περιφερειάρχες, οι συμμαχίες που μπορούν να συναφθούν και οι αρμονικές και λειτουργικές κυβερνητικές σχέσεις. Ο δε στόχος προσεγγίζεται εστιάζοντας στον στρατηγικό προϋπολογισμό, στην επίλυση των προβλημάτων κατά τη διάρκεια της υλοποίησης και εξασφαλίζοντας ποιοτικό αποτέλεσμα μέσα από την αξιολόγηση και τη λογοδοσία.

Μέσα από την αποτύπωση της ανταγωνιστικής θέσης της κάθε περιοχής, κάτι σαν το σχέδιο Πισσαρίδη σε τοπικό επίπεδο και χωρίς να επαναλαμβάνονται λεπτομερείς αυτονόητες διαπιστώσεις, ο κάθε δήμος και περιφέρεια οφείλει να γνωρίζει πού βρίσκεται σήμερα. Ποια είναι τα ανταγωνιστικά του πλεονεκτήματα και πού υστερεί. Και εδώ σημειώνω ότι πέραν της Αθήνας και της Αττικής, οι λοιπές περιφέρειές μας υστερούν δραματικά στην κατάταξη ανταγωνιστικότητας στην Ε.Ε. Δεν μπορούν επομένως ούτε να προσελκύσουν επενδύσεις ούτε να αλλάξουν το μοντέλο λειτουργίας τους χωρίς σοβαρές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία τους.

Γνωρίζοντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα όμως μπορούν στοχευμένα να κατευθύνουν τις προσπάθειες ανάπτυξής τους στους τομείς, στις εταιρείες και επενδυτές που αναζητούν αυτά τα χαρακτηριστικά, και παράλληλα γνωρίζοντας τους τομείς που υστερούν να αναπτύξουν, με τη βοήθεια της κεντρικής διοίκησης, πολιτικές βελτίωσης της παραγωγικότητάς τους.

Ενα καλά σχεδιασμένο αναπτυξιακό πλάνο, με καλή ανάλυση της κατάστασης, μεταρρυθμιστικούς στόχους, με ορόσημα, μπορεί να διεκδικήσει σημαντικά κεφάλαια από το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης και να λειτουργήσει απολύτως θετικά στην υλοποίηση του οράματος που έχουν οι δήμαρχοι για την περιοχή τους.

Αυτό που προτείνει το Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας για τη βελτίωση των προοπτικών ανάπτυξης και ευημερίας των Δήμων και Περιφερειών, είναι το ανάλογο του σχεδίου Πισσαρίδη και του σχεδίου ανάπτυξης της κυβέρνησης, αλλά σε τοπικό βαθμό και επίπεδο. Με αντίστοιχη παρότρυνση της κεντρικής διοίκησης και αυξημένη χρηματοδότηση για την υλοποίηση των αναπτυξιακών σχεδίων των ΟΤΑ στην κατεύθυνση που υπέδειξε η Ευρωπαϊκή Ενωση και ακολουθεί η κυβέρνηση.

* Ο κ. Σίμος Αναστασόπουλος είναι πρόεδρος του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας CompeteGr, πρόεδρος Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ.