ΑΝΑΛΥΣΗ

Στεγαστικές πολιτικές την περίοδο της ανάκαμψης

stegastikes-politikes-tin-periodo-tis-anakampsis-561379702

Ακόμα και πριν να ξεσπάσει η πανδημία, πολλοί εμποροϋπάλληλοι και εργαζόμενοι σε εστιατόρια, που ζούσαν στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, έπρεπε να δαπανούν σχεδόν το μισό από το εισόδημα του νοικοκυριού τους για ενοίκιο. Στην πανδημία πολλοί εξ αυτών υπέστησαν μείωση εισοδήματος, άρα το ποσοστό που διοχετευόταν στο ενοίκιο αυξήθηκε. Αφ’ ης στιγμής οι χαμηλόμισθοι και οι νέοι σε ηλικία συνήθως απασχολούνται σε κλάδους που απαιτούν διαπροσωπική επαφή, ή εργάζονται σε καθεστώς επισφάλειας, η κυβερνητική πολιτική χρειάζεται να εξασφαλίσει ότι τα προαναφερθέντα νοικοκυριά δεν θα αποκλειστούν από την ανάκαμψη μετά την πανδημία. Κατά την προηγούμενη δεκαετία η ενοικίαση κατοικιών κατέστη λιγότερο προσιτή σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Σε πρόσφατη μελέτη μας, που αφορούσε 17 προηγμένες οικονομίες, το 2018 ένα τυπικό νοικοκυριό δαπανούσε το 25% των εσόδων του σε ενοίκιο. Μία οικογένεια νεαρής ηλικίας, αντιστοίχως, πληρώνει σε ενοίκιο σχεδόν το ένα τρίτο από τις αποδοχές που εξασφαλίζει από την εργασία. Εν τω μεταξύ, για όσα νοικοκυριά βρίσκονται στο χαμηλότερο 20% της κατανομής εισοδήματος, η αναλογία ενοικίου προς αυτό είναι πολύ υψηλότερη και φθάνει στο 40%.

Γενικά μιλώντας, αυτό το ποσοστό θεωρείται το κατώτατο όριο στο οποίο ένα νοικοκυριό λογίζεται ως υπερφορτωμένο από το μίσθωμα κατοικίας. Στο σχεδόν 75% των χωρών που μελετήσαμε, σχεδόν οι μισοί ή και παραπάνω των χαμηλόμισθων ενοικιαστών ήταν ήδη πολύ επιβαρυμένοι το 2018. Την περίοδο 2013-2018 σε ορισμένες πρωτεύουσες η άνοδος στα μισθώματα αποδεικνυόταν πολλαπλάσια του μέσου όρου αύξησης στην αντίστοιχη χώρα – και αυτό συνέβαινε στη Λισσαβώνα, στο Δουβλίνο, στη Μαδρίτη, στο Ρέικιαβικ, στη Στοκχόλμη, καθώς και στην Πόλη του Λουξεμβούργου. 

Εν αντιθέσει με τους ενοικιαστές τώρα, το κόστος για τους ιδιοκτήτες έχει από το 2014 ελαττωθεί. Συνήθως οι ενοικιαστές ξοδεύουν μιάμιση φορά παραπάνω από όσο δαπανά ο ιδιοκτήτης, εάν υπολογιστεί το κόστος αυτό ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος. Και αυτή η διαφορά φαίνεται να έχει διευρυνθεί σχεδόν κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες τις περιόδους 2011-2013 και 2016-2018 ειδικά για τους πιο φτωχούς, όσους βρίσκονται στο κατώτατο 20% της κατανομής των εισοδημάτων. Με απλά λόγια αυτό σημαίνει πως οι έχοντες ακίνητα εν γένει ωφελούνταν τις περιόδους εκείνες άμεσα από τα χαμηλά επιτόκια, αλλά όχι οι ενοικιαστές.

Μέσα από την ανάλυσή μας καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως η αυξανόμενη οικονομική παραγωγή δεν μεταφράζεται και σε αύξηση εισοδημάτων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αντισταθμίζεται η διόγκωση του ενοικίου ειδικά για τα νοικοκυριά με χαμηλά έσοδα. Εν τω μεταξύ, πολλοί άνθρωποι που μισθώνουν μία κατοικία είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στις επιπτώσεις της πανδημίας, διότι εργάζονται συχνότερα σε κλάδους με διαπροσωπική επαφή, βρίσκονται στην απαρχή της σταδιοδρομίας τους, είναι επισφαλής η δουλειά τους και έχουν μικρότερη πρόσβαση σε τηλεργασία.

Το να υπάρχει διαθεσιμότητα ενοικιασμένων κατοικιών είναι δύσκολο λόγω του ότι η στεγαστική πολιτική είναι περίπλοκη. Επιδιώκει δε πολλαπλούς στόχους, μεταξύ των οποίων είναι η διαθεσιμότητα, η εξισορρόπηση των κανονισμών για ιδιοκτήτες-μισθωτές και η ισότιμη πρόσβαση σε ευκαιρίες. Τέλος, οι αποτελεσματικές πολιτικές στέγασης πρέπει να συμπεριλαμβάνουν και προσπάθειες για αύξηση των μακροπρόθεσμων ευκαιριών για τα εισοδήματα των χαμηλόμισθων και των νέων, ώστε να ευεργετούνται από τον μετασχηματισμό της οικονομίας.

* Ο κ. Alfred Kammer είναι διευθυντής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ και οι κ.κ. Andrea Schaechter, Andreas Tudyka σύμβουλος και οικονομολόγος στο ίδιο τμήμα.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.