ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Ανατιμήσεις-φωτιά από την… τέλεια καταιγίδα

Η εκτίναξη των ναύλων, η ξηρασία στη Βραζιλία, το άλμα στα μέταλλα και οι παρενέργειες της πανδημίας στα σφαγεία κρέατος

anatimiseis-fotia-apo-tin-teleia-kataigida-561390304

Στις 15 Απριλίου 2021 όταν ο επικεφαλής της Jumbo σχολίασε σε τηλεδιάσκεψη τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας του για τη χρήση του 2020, στο μεγαλύτερο μέρος της τοποθέτησής του εκτίμησε ότι θα υπάρξουν πληθωριστικές πιέσεις λόγω του υψηλού μεταφορικού κόστους, κυρίως προϊόντων από την Κίνα, αλλά και λόγω της αύξησης των τιμών πρώτων υλών. Δεν επρόκειτο για μια ακόμη «παραξενιά» του ιδιόρρυθμου κ. Απόστολου Βακάκη, ούτε για μια προσπάθεια εντυπωσιασμού. Ο κ. Βακάκης, βαθύς γνώστης της αγοράς και των συνθηκών που επικρατούν στην Κίνα και στην ευρύτερη περιοχή της Ασίας, καθώς από εκεί εισάγει το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων που διαθέτουν τα καταστήματά του, απλώς ανέφερε τις επιπτώσεις της… τέλειας καταιγίδας.

Και αυτό διότι το θέμα των υπέρογκων αυξήσεων στα ναύλα για τη μεταφορά κοντέινερ ήταν ήδη γνωστό εδώ και μήνες. Αλλά δυστυχώς δεν είναι μόνο αυτό. Οι τιμές σε σωρεία βασικών πρώτων υλών για την παραγωγή τροφίμων, υλικών συσκευασίας, επίπλων και μηχανημάτων έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, εξαιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων σχετικών και μη με την πανδημία του κορωνοϊού.

Σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα, αυξήσεις στις τιμές των οποίων βλέπουμε ήδη και στην Ελλάδα, με το Ινστιτούτο Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών να προειδοποιεί για περισσότερες και μεγαλύτερες ανατιμήσεις το επόμενο διάστημα, υπάρχει μια σειρά από παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στη γνωστή φράση για τη θεωρία του χάους, «αν μια πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο, μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα». Ο δείκτης τιμών καλαμποκιού που καταρτίζει ο FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ) διαμορφώθηκε τον Μάιο του 2021 σε τιμή υψηλότερη κατά 89,3%, σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιανουάριο του 2013. Το καλαμπόκι είναι ζωτικής σημασίας προϊόν ως τρόφιμο αυτό καθαυτό, αλλά και για την παρασκευή αλεύρων, ελαίων και ζωοτροφών. Η αιτία της αύξησης; Η υψηλή ζήτηση η οποία δεν καλύφθηκε λόγω της χαμηλότερης παραγωγής στη Βραζιλία. Η τιμή του σιταριού έχει ξεκινήσει μεν να υποχωρεί, λόγω καλύτερης σοδειάς στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στις ΗΠΑ, παραμένει όμως υψηλότερα κατά 28,5% σε σύγκριση με τον Μάιο του 2020.

Η μικρότερη παραγωγή στη Βραζιλία, που αποτελεί τον μεγαλύτερο παγκοσμίως εξαγωγέα ζάχαρης, λόγω παρατεταμένης ξηρασίας, ήταν η αιτία για τη διαμόρφωση της τιμής του εν λόγω προϊόντος στα υψηλότερα επίπεδα από τον Μάρτιο του 2017. Σε αυτά ήρθε να προστεθεί η αύξηση της διεθνούς τιμής του αργού και η ενίσχυση του νομίσματος της Βραζιλίας (ρεάλ Βραζιλίας) έναντι του δολαρίου, ανεβάζοντας το κόστος αγοράς και μεταφοράς του ζωτικής σημασίας προϊόντος για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών.

Σε ανοδική τροχιά βρίσκονται οι τιμές και σε όλα τα βασικά είδη κρέατος (βόειο, χοιρινό και πουλερικών), κυρίως λόγω της ξαφνικής αύξησης της ζήτησης από την Κίνα και από την άλλη λόγω καθυστερήσεων που σχετίζονται με την πανδημία στη λειτουργία των σφαγείων σε Ε.Ε. και Νότια Αμερική. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο γενικός δείκτης τιμών τροφίμων του FAO διαμορφώθηκε τον Μάιο στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2011.

Ευάλωτη η Ελλάδα

Το γεγονός ότι η Ελλάδα εισάγει πολλά από τα παραπάνω προϊόντα, είτε ως πρώτες ύλες (π.χ. για την παραγωγή ζωοτροφών και τροφίμων) είτε ως τελικά προϊόντα την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη στις διακυμάνσεις των τιμών, με το πρόβλημα να εντοπίζεται τόσο στην επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών από ενδεχόμενες ανατιμήσεις όσο και στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
Εύλογα θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η Ελλάδα παράγει και μια σειρά από προϊόντα, κυρίως αγροτικά, τα οποία, εκ πρώτης όψεως, δεν επηρεάζονται από τις παραπάνω εξελίξεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα ροδάκινα. Στην εγχώρια αγορά καταναλώνονται κυρίως νωπά. Στις διεθνείς αγορές ωστόσο πηγαίνουν κυρίως κονσερβοποιημένα, κάτι που σημαίνει μεγαλύτερο κόστος συσκευασίας. Και αυτό διότι δεν είναι μόνο τα δημητριακά, το κρέας, η ζάχαρη και η σόγια που έχουν ανατιμηθεί, αλλά και μία σειρά βασικών μετάλλων, καθοριστικών για τον μεταποιητικό κλάδο, είτε πρόκειται για κονσέρβες είτε για κατασκευή αυτοκινήτων. Οι τιμές των βασικών μετάλλων κατέγραψαν αύξηση 30% τον Φεβρουάριο του 2021 σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2020. Ειδικότερα, η τιμή του χαλκού αυξήθηκε κατά 30%, των σιδηρομεταλλευμάτων κατά 35%, ενώ ο δείκτης μετάλλων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) προβλέπεται ότι θα αυξηθεί το 2021 κατά 31%.

Πληθωρισμός

Με αρνητικό πληθωρισμό προβλέπει η Κομισιόν ότι θα κλείσει το 2021 στην ελληνική οικονομία, πρόβλεψη όμως με την οποία δεν συμφωνεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην τελευταία του έκθεση (Απρίλιος) για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Στη 10η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας που δημοσιοποίησε την Τετάρτη η Κομισιόν, εκτιμά ότι ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή θα διαμορφωθεί στο -0,2% το 2021 και θα επανέλθει σε θετικό πρόσημο το 2022 (+0,6%).

Το ΔΝΤ εκτιμά οριακή αύξηση του πληθωρισμού το 2021, κατά 0,2% και κατά 0,8% το 2022. Αμφότεροι, πάντως, συμφωνούν ότι γενικά οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό υπό το δεδομένο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον είναι παρακινδυνευμένες.

Την Τρίτη η IHS Markit, η οποία καταρτίζει τον δείκτη υπευθύνων προμηθειών στη μεταποίηση (δείκτης PMI), εκτίμησε ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα θα ενισχυθεί κατά 0,3% το 2021, επισημαίνοντας ότι δεν προβλέπει μεγαλύτερη αύξηση, καθώς αναμένει ότι οι επιχειρήσεις θα επιδιώξουν να μη μετακυλίσουν την αύξηση του κόστους παραγωγής στις τιμές λιανικής προκειμένου να αυξήσουν τις πωλήσεις τους.

Στροφή στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας

anatimiseis-fotia-apo-tin-teleia-kataigida0

Αντιμέτωποι με μια δύσκολη εξίσωση βρίσκονται προμηθευτές και λιανέμποροι, οι οποίοι καλούνται να διατηρήσουν στην καλύτερη περίπτωση στα ίδια επίπεδα με το 2020 τους φετινούς τζίρους και φυσικά και τα μερίδια αγοράς, έχοντας ωστόσο να αντιμετωπίσουν την εκ των πραγμάτων μικρότερη ζήτηση λόγω της επαναλειτουργίας και άλλων δραστηριοτήτων (όπως το υπόλοιπο λιανεμπόριο και η εστίαση) αλλά κυρίως την αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες.

Το πρώτο τετράμηνο του έτους η διατήρηση –τουλάχιστον των μεριδίων– αντιμετωπίστηκε με την αύξηση των προσφορών, οι οποίες επέστρεψαν περίπου στα επίπεδα του 2019, στην προ κορωνοϊού εποχή. Ο λόγος; Οι καταναλωτές πέρυσι, και ειδικά στο πρώτο lockdown, δεν δίσταζαν να δαπανούν τεράστια ποσά στο σούπερ μάρκετ για την αγορά τροφίμων, ειδών ατομικής υγιεινής και φροντίδας του σπιτιού. Και οι προμηθευτές και λιανέμποροι, από την πλευρά τους, είχαν φυσικά μειώσει τα προϊόντα που διέθεταν σε προσφορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών αγοράς NielsenIQ που παρουσιάζει σήμερα η «Καθημερινή», από τις αρχές του έτους έως τις 25 Απριλίου 2021 το ποσοστό των επώνυμων ταχυκίνητων προϊόντων (προϊόντα που αγοράζονται πιο συχνά από τους καταναλωτές, όπως βασικά είδη διατροφής, ατομικής υγιεινής, απορρυπαντικά κ.ά.) ήταν 62,2% έναντι 60,5% το αντίστοιχο διάστημα του 2020. Το 2019 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 63,1% και το 2018 ίδιο με φέτος, 62,5%. Συμπεριλαμβανομένων και των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, το ποσοστό των προϊόντων που διατέθηκαν κατά το φετινό πρώτο τετράμηνο σε προσφορά έφτασε το 54,9% έναντι 52,9% το 2020 και 54,4% το 2019.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τα στοιχεία δείχνουν αύξηση και του μεριδίου των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, ωστόσο κερδισμένες είναι οι εκπτωτικές αλυσίδες –στην ουσία η Lidl, αφού μόλις πριν από λίγες ημέρες ξεκίνησε τη λειτουργία της η ρωσική MERE– και όχι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας στις υπόλοιπες αλυσίδες. Το μερίδιο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας συμπεριλαμβανομένης και της Lidl αυξήθηκε το 2021 σε 23,7% (όσο και το 2019), από 23,3% πέρυσι, ενώ εξαιρουμένης της Lidl διαμορφώθηκε σε 13,7% έναντι 14,2% το 2020.

Στο πεδίο των προσφορών, πάντως, τα υψηλότερα ποσοστά γενικώς αλλά και σε σύγκριση με πέρυσι καταγράφονται στην κατηγορία των προϊόντων ατομικής υγείας και ομορφιάς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, το ποσοστό των επώνυμων προϊόντων αυτής της κατηγορίας που διατέθηκαν υπό καθεστώς προωθητικής ενέργειας το α΄ τετράμηνο του 2021 ανήλθε σε 84,7% έναντι 81,3% το αντίστοιχο διάστημα του 2020 και προσέγγισε τα επίπεδα του 2019 (85%). Συμπεριλαμβανομένων και των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, το ποσοστό φέτος φτάνει το 80,5%, από 77,1% πέρυσι.
Τι μέλλει γενέσθαι από εδώ και στο εξής: Δεδομένης της αύξησης του κόστους παραγωγής και μεταφοράς, προμηθευτές και λιανέμποροι είναι αναγκασμένοι να αναπροσαρμόσουν εκ νέου την πολιτική τους όσον αφορά τις προσφορές και αναλόγως της κατηγορίας προϊόντος θα διευρύνουν τη χρονική διάρκεια και θα μειώσουν την έκπτωση ή το αντίστροφο.

Εξαπλασιάστηκε το μεταφορικό κόστος

Σημαντικότατες ανατιμήσεις σε καθημερινά και όχι μόνο προϊόντα προκαλεί η εκτίναξη του μεταφορικού κόστους. Είναι χαρακτηριστικό πως οι ναύλοι σε ορισμένες κατηγορίες πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, από τα οποία εξαρτάται η μεταφορά μιας τεράστιας γκάμας προϊόντων –από τηλεοράσεις και ψυγεία έως παιχνίδια και υπολογιστές και από έπιπλα και ηλεκτρολογικά έως ρούχα και εξαρτήματα–, έχουν αυξηθεί το τελευταίο δωδεκάμηνο κατά 600% ή και περισσότερο.

Σύμφωνα με την Clarkson Research, ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων δυναμικότητας 6.800 TEU (εμπορευματοκιβώτιο 20 ποδών) πέρυσι τον Ιούνιο έκλεινε χρονοναυλοσύμφωνο διάρκειας 6 έως 12 μηνών για 10.000 δολάρια ημερησίως και αυτή τη στιγμή τα ημερήσια έσοδά του σε ανάλογες μισθώσεις ξεπερνούν τις 60.000 δολάρια. Ακόμα και στα μικρότερα πλοία, που εκτελούν τοπικές μεταφορές, οι ναύλοι έχουν τετραπλασιαστεί. Το πρόβλημα είναι ήδη ορατό και στην Ελλάδα, όπου παραγγελίες οι οποίες έγιναν από καταναλωτές αλλά και επιχειρήσεις μεταποίησης για εισαγόμενα προϊόντα στα τέλη του προηγούμενου έτους απαιτούν τώρα αυξήσεις της τάξεως του 50% για να εκτελεστούν. Αιτία για το «ράλι» στην ταλαιπωρημένη επί μακρόν ναυλαγορά των εμπορευματοκιβωτίων είναι οι εκτεταμένες αραιώσεις ή ακόμα και αποδρομολογήσεις πλοίων από τακτικές γραμμές (blank sailings) στις οποίες προέβησαν στις αρχές της περυσινής άνοιξης οι μεγάλες εταιρείες μεταφορών υπό τον φόβο της πανδημίας. Σε συνδυασμό με την περιορισμένη προσφορά νέας μεταφορικής δυναμικότητας από ναυπηγήσεις αλλά και το γεγονός ότι τελικά η ζήτηση για μεταφορές αποδείχθηκε ισχυρότερη από ό,τι είχε εκτιμηθεί, δημιουργήθηκε έντονα ανοδική πίεση στα μεταφορικά έξοδα. Σύντομα παρουσιάστηκαν μεγάλες ελλείψεις και σε κενά εμπορευματοκιβώτια που κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2020 έμεναν έμφορτα εγκαταλελειμμένα σε λιμάνια ανά την υφήλιο εξαιτίας της πανδημίας, οδηγώντας το κόστος ενοικίασης και αυτών υψηλότερα, συμβάλλοντας στην όλη δυναμική αυξήσεων.

Οι αναλυτές είναι επιφυλακτικοί για το κατά πόσον τα επίπεδα των ναύλων μπορούν να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα, ωστόσο αυτό μπορεί να συνεχιστεί. Αιτία, η περιορισμένη προσφορά νέων πλοίων λόγω της έλλειψης παραγγελιών σε ναυπηγεία τα τελευταία χρόνια, που έχουν οδηγήσει τη δυναμικότητα των υπό ναυπήγηση πλοίων σε επίπεδα χαμηλότερα από το 10% του υπάρχοντος στόλου. Επίσης, οι αναλυτές τείνουν να συμφωνήσουν πως η ζήτηση για μεταφορές, ακόμα κι αν η πανδημία συνεχιστεί στο δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, δεν θα καμφθεί, όπως δείχνει η εμπειρία του πρώτου χρόνου του παγκόσμιου εμπορίου υπό τη δαμόκλειο σπάθη της πανδημίας.