ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα υψηλά κέρδη από την κινεζική αγορά, «μαγνήτης» για τις ευρωπαϊκές εταιρείες

ta-ypsila-kerdi-apo-tin-kineziki-agora-magnitis-gia-tis-eyropaikes-etaireies-561393484

Τα υψηλότερα κέρδη που άντλησαν από την κινεζική αγορά το φοβερό 2020 αλλά και η ανάγκη να εξασφαλίσουν τον εφοδιασμό τους εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων εξωθεί τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην Κίνα. Η εικόνα προκύπτει από την ετήσια έρευνα του Ευρωπαϊκού Εμπορικού Επιμελητηρίου, που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα και φέρει σχεδόν το 60% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να σχεδιάζει επέκταση στην Κίνα μέσα στο τρέχον έτος. Πρόκειται για σημαντική αύξηση, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό στην αμέσως προηγούμενη έρευνα ήταν 51%. Περίπου το 50% των 585 ερωτηθέντων διευθυντικών στελεχών και επιχειρηματιών ανέφερε ότι το περασμένο έτος τα κέρδη από την κινεζική αγορά ήταν σαφώς υψηλότερα από τον μέσο όρο κερδών από όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Οπως τόνισαν, η κινεζική αγορά αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από τις αγορές άλλων χωρών και αποτέλεσε «το καταφύγιο των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων εν μέσω της καταιγίδας της πανδημίας». Είναι γεγονός ότι η ταχύτατη ανάκαμψη της Κίνας από την οικονομική κρίση της πανδημίας και η επιτυχής επανεκκίνηση της οικονομίας της αποτέλεσαν το περασμένο έτος τον κύριο μοχλό της ανάπτυξης παγκοσμίως. Οι πωλήσεις στην κινεζική αγορά κράτησαν έτσι ισχυρές και κερδοφόρες πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, από τον γαλλικό όμιλο ειδών πολυτελείας LVMH SE μέχρι τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία BMW AG. Ειδικότερα, το 73% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με παρουσία στην Κίνα υπήρξε κερδοφόρο το περασμένο έτος, ενώ ένα ποσοστό 14% κατόρθωσε να ισοσκελίσει τα βιβλία του και να παραμείνει όρθιο. Τα ποσοστά αυτά είναι αντίστοιχα με εκείνα των παλαιότερων ετών προ της πανδημίας και αυτό οφείλεται στη ραγδαία ανάκαμψη της εγχώριας αγοράς στην Κίνα.

Εξάλλου, το 68% των ερωτηθέντων στελεχών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων δηλώνει αισιόδοξο σε ό,τι αφορά τη διαφαινόμενη πορεία των επιχειρήσεων του τομέα του μέσα στην επόμενη διετία. Πρόκειται για ποσοστό σαφώς μεγαλύτερο από το αντίστοιχο 48% της προηγούμενης έρευνας. Ανάμεσα στα κίνητρα που αναφέρουν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις για την επέκταση της παρουσίας τους στην Κίνα και την αύξηση των επενδύσεών τους στη δεύτερη σε μέγεθος οικονομία του πλανήτη είναι και η προσπάθεια να διαχωρίσουν τις επιχειρήσεις τους στην Κίνα από εκείνες στον υπόλοιπο κόσμο. Απώτερος στόχος τους είναι να διασφαλίσουν ότι θα έχουν επάρκεια προμηθειών παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις που οδηγούν σε ρωγμές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Περίπου 25% των ερωτηθέντων δήλωσαν, έτσι, πως μεταφέρουν στο εσωτερικό της Κίνας την εφοδιαστική αλυσίδα από την οποία εξαρτώνται, μεταφέροντας εκεί την παραγωγή τους ή αλλάζοντας προμηθευτές και επιλέγοντας όσους έχουν παραγωγή στην Κίνα.

Κυριότερη μέριμνα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων είναι το πλήγμα που μπορεί να αποτελέσει γι’ αυτές η αποσύνδεση της Κίνας από τις άλλες οικονομίες, δεδομένου ότι η παραγωγή τους εξαρτάται από τμήματα ή πρώτες ύλες που ενδέχεται να λείψουν, αν άλλες χώρες επιβάλλουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Το 30% περίπου των επιχειρήσεων που συμμετείχε στην έρευνα του Ευρωπαϊκού Εμπορικού Επιμελητηρίου δήλωσε πως δεν μπορεί να βρει αξιόπιστες εναλλακτικές για ορισμένα εξαρτήματα ή εξοπλισμό που εισάγουν στην Κίνα από άλλες χώρες. Και ένα ποσοστό 40% υπογράμμισε πως ακόμη κι αν βρει εναλλακτικούς προμηθευτές, θα είναι πολύ ακριβότεροι ή θα προσφέρουν προμήθειες χαμηλότερης ποιότητας. Από πολιτικής άποψης, πάντως, το περιβάλλον της Κίνας αποδεικνύεται πιο δύσκολο από την αρχή του τρέχοντος έτους, καθώς έχουν μεσολαβήσει καταναλωτικά μποϊκοτάζ στα προϊόντα εταιρειών, όπως οι Hennes & Mautritz, αλλά και αντίποινα στις κυρώσεις που επέβαλαν οι Βρυξέλλες στο Πεκίνο για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ουιγούρων στην περιφέρεια της Ξινγιάνγκ.