ΑΠΟΨΗ

Συμμετοχή της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό καταμερισμό παραγωγής

symmetochi-tis-elladas-ston-eyropaiko-katamerismo-paragogis-561397915

Οικονομική ανάπτυξη. Το ζητούμενο για δεκαετίες στην Ελλάδα. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, δεκάδες προγράμματα έχουν εκπονηθεί, όσα και οι κυβερνητικές εξαγγελίες. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από τον τουρισμό, έχει περιοριστεί σε παροχή υπηρεσιών, ενώ, ταυτόχρονα, διαθέτει μια αναιμική παραγωγική βάση (εκτός γεωργίας) με χαμηλή ανταγωνιστικότητα και ιδιαίτερα περιορισμένη γκάμα προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Η πανδημία έχει επιφέρει άλλο ένα καίριο πλήγμα στην ελληνική οικονομία, αλλά, ταυτόχρονα, έχει δημιουργήσει νέες ευκαιρίες, όπως άλλωστε και σε όλες τις ευρωπαϊκές και όχι μόνο οικονομίες. Τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω του Ταμείου Ανασυγκρότησης δημιουργούν οράματα και σχέδια για μια νέα επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. Ανάμεσα στις διάφορες εξαγγελίες προγραμμάτων ανασυγκρότησης τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μελέτη της ομάδας Πισσαρίδη είναι μια ολοκληρωμένη, συνετή και υλοποιήσιμη πρόταση. Η ειδοποιός διαφορά με προηγούμενες μελέτες είναι ότι υιοθετεί μια «ολιστική προσέγγιση», καλύπτοντας όλες τις δραστηριότητες μιας σύγχρονης οικονομίας και κοινωνίας. Θέτει στόχους και χαράζει εξειδικευμένους «οδικούς χάρτες» για το πώς μπορούν οι στόχοι αυτοί να επιτευχθούν. Μια ιδανική και τέλεια υλοποίηση θα οδηγούσε σε νέο θεσμικό πλαίσιο (εργασιακών σχέσεων, δικαιοσύνης, παιδείας, δημόσιας διοίκησης, φορολογικού συστήματος), σε ένα έξυπνο κοινωνικό κράτος, αλλά και σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, πιο παραγωγικό, πιο ανταγωνιστικό, που θα εδράζεται σε ένα σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα συνδέοντας αποτελεσματικά τις δημόσιες και τις ιδιωτικές επενδύσεις. Χωρίς αμφιβολία, η υλοποίηση, έστω και μερική, των προτάσεων Πισσαρίδη θα αφήσει διακριτά αχνάρια εκσυγχρονισμού τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία της χώρας μας.

Διαβάζοντας διαχρονικά την ιστορία της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας παρατηρούμε ότι και στο παρελθόν η χώρα μας είχε διανύσει περιόδους μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης. Αλλες φορές λόγω διεθνούς συγκυρίας (μεταπολεμική περίοδος) και άλλες λόγω ιδιαίτερων «εθνικών συνθηκών», ανεξάρτητα από εσωτερικές πολιτικές ιδιαιτερότητες. Κάθε δεκαετία από το 1960 μέχρι το 2001 υπήρχαν χρονικές περίοδοι με ρυθμό ανάπτυξης κατά πολύ υψηλότερο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που κατέτασσαν την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις εν μέσω των αναπτυσσόμενων οικονομιών, οι οποίες παραδοσιακά καταγράφουν μεγάλες αποκλείσεις τόσο σε περιόδους ανάπτυξης όσο και σε περιόδους ύφεσης.

Το ζητούμενο, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι και μετά το πέρας των περιόδων ανάπτυξης, η ελληνική οικονομία παρέμενε χωρίς ουσιαστικές βελτιώσεις όσον αφορά την παραγωγική της δομή. Σταδιακά αλλά σταθερά, η ελληνική οικονομία βαδίζει σε αποβιομηχανοποίηση και απο-μεταποίηση, αν αυτός μπορεί να θεωρηθεί δόκιμος όρος. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι νομοτελειακή. Ευρωπαϊκές χώρες για τις οποίες συνηθίζουμε να λέμε ότι είχαν την ίδια οικονομική αφετηρία με την Ελλάδα κατά την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχουν διαγράψει μια εντελώς διαφορετική πορεία. (Συχνή αναφορά γίνεται στην Ισπανία και την Πορτογαλία, αν και πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι υπήρχαν σημαντικές διαφορές στις συνθήκες εκκίνησης, που δεν είναι της παρούσης να θίξουμε.) Κάτι αντίστοιχο μπορεί να ειπωθεί και για μερικές υπό μετάβαση οικονομίες στην Κεντρική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη (Τσεχία, Σλοβενία, Σλοβακία, Πολωνία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, για να αναφέρω μερικές), οι οποίες μετά την ένταξή τους στην ευρύτερη ευρωπαϊκή οικονομία έχουν διαγράψει εντελώς διαφορετική πορεία οικονομικής ανάπτυξης από την Ελλάδα.
Ερχομαι στο προκείμενο. Τι φταίει; Γιατί η Ελλάδα επιχειρεί και υλοποιεί κατά καιρούς οικονομικές ανασυγκροτήσεις οι οποίες επιφέρουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για σύντομες περιόδους, αλλά με μια «θεωρητικά ακατανόητη» κανονικότητα η χώρα μας επανέρχεται στην πρότερη οικονομική κατάσταση που όλες οι εκθέσεις εντοπίζουν και περιγράφουν ως διαχρονική, όπως και η έκθεση Πισσαρίδη; Δηλαδή καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από περιορισμένη παραγωγική βάση, χαμηλή παραγωγικότητα, μειωμένη ανταγωνιστικότητα, υπερβάλλουσα εξάρτηση από το τουριστικό εισόδημα, αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικό και ισοζυγίου πληρωμών, ιδιαίτερα μέχρι το 2010), προβληματική χρηματοπιστωτική λειτουργία που παραβαίνει τις διεθνείς πρακτικές. Προφανώς η εφαρμογή των μνημονίων στόχευσε στη διόρθωση μερικών από αυτά τα προβλήματα και πρωτίστως του δυσεπίλυτου προβλήματος του χρέους. Παρά την όποια αποτελεσματικότητα των μνημονίων, η ουσία παραμένει ότι η ελληνική οικονομία κουβαλά μαζί της τις διαχρονικές της παθογένειες. Εξ ου και η ανάγκη μιας νέας οικονομικής ανασυγκρότησης.

Αυτό που η ελληνική οικονομία ΠΟΤΕ δεν επιδίωξε και προφανώς ΠΟΤΕ δεν κατάφερε είναι να διεκδικήσει μερίδιο στον ευρωπαϊκό (για να μην αναφέρουμε και τον παγκόσμιο) καταμερισμό της παραγωγής. Πάντα η πρόταση ήταν να ανασυνταχθεί η μεσαία ή και η μεγαλύτερη ελληνική επιχείρηση, να ενισχυθούν οι επιδοτήσεις και να βελτιωθεί η χρηματοδότηση των εγχώριων μονάδων. Ολα τα ιστορικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι τέτοιου είδους ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμένη -χρονικά- ανάπτυξη, αλλά σύντομα οι διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας θα καταπνίξουν κάθε προσπάθεια. Αν αναλογιστούμε τι ακριβώς έχει συμβεί στις χώρες που προαναφέραμε, από την Πορτογαλία και την Ισπανία μέχρι τις υπό μετάβαση οικονομίες της Κεντρικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όλες ανεξαιρέτως έχουν διεκδικήσει και έχουν καταφέρει να συμμετάσχουν στον ευρωπαϊκό καταμερισμό της παραγωγής. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει κυβερνητική βούληση, διακρατικές μεσολαβήσεις, σύμπραξη και εξωστρέφεια των ιδιωτικών επιχειρήσεων, διότι το επιδιωκόμενο είναι συμπαραγωγές με ευρωπαϊκές εταιρείες τόσο στη βιομηχανία όσο και στη βιοτεχνία. Η γκάμα συνεργασίας και συμπαραγωγής είναι τεράστια, από την παραγωγή στρατιωτικού υλικού, αυτοκινήτων, ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών μέχρι καταναλωτικά αγαθά ευρείας χρήσης. Αξίζει να αναλογιστούμε στο σημείο αυτό πού έγκειται η πραγματική οικονομική δύναμη της Τουρκίας, που επηρεάζει και τη στάση των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (πέρα από τα πρόσφατα δημοσιονομικά και νομισματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει λόγω μιας παράλογης και αλλοπρόσαλλης κυβερνητικής πολιτικής). Η Τουρκία έχει σημαντικό μερίδιο, συμμετέχει ενεργά στον καταμερισμό της παραγωγής, κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μια φράση αξίζει να συγκρατήσουμε από τον πρόεδρο Ερντογάν: «Η Ευρώπη πρέπει να κατανοήσει ότι η Τουρκία είναι η Κίνα της Ευρώπης».

Μια τέτοιου είδους συμμετοχή δεν λύνει προφανώς όλα τα προβλήματα μιας χώρας –οικονομικά, θεσμικά και άλλα–, αλλά τουλάχιστον βελτιώνει εξ ορισμού προβλήματα παραγωγής, ανταγωνιστικότητας, εμπορικού ισοζυγίου, εργασιακών σχέσεων και, το πιο σημαντικό, εδραιώνει ένα αναπτυξιακό μοντέλο με διάρκεια, σε αλληλεξάρτηση με την ευρωπαϊκή παραγωγική δομή, με συνεχή πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες. Μια τέτοιου είδους συμμετοχή διασφαλίζει σίγουρα και διαχρονικά τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης απαλλαγμένο από τις παθογένειες του παρελθόντος.

* Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο York στο Τορόντο του Καναδά μέχρι το 1998. Την περίοδο 1998-2016 ήταν στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος με τον βαθμό του οικονομικού συμβούλου.