ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η πανδημία συρρίκνωσε εκ νέου το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα

i-pandimia-syrriknose-ek-neoy-to-kata-kefalin-aep-stin-ellada-561408109

Στο 64% του μέσου όρου της Ε.Ε.-27 υποχώρησε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, υπολογιζόμενο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης το 2020, χρονιά της πανδημίας και της μεγάλης ύφεσης, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, με τη χώρα μας να καταλαμβάνει την προτελευταία θέση, μαζί με την Κροατία και τελευταία τη Βουλγαρία.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας κατρακύλησε σε σύγκριση με αυτό της Ευρωπαϊκής Ενωσης τα χρόνια της κρίσης της. Το 2009, ήταν στο 95% του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ε.Ε., για να υποχωρήσει στο 85% το 2010, στο 75% το 2011, στο 71% το 2012 και ύστερα από μια μικρή ανάκαμψη στο 72% το 2013 και 2014 να αρχίσει νέο κατήφορο στο 70% το 2015, 68% το 2016,  67% το 2017, 66% το 2018, όπου και παρέμεινε το 2019, για να σημειώσει νέα κάμψη στο 64% το 2020, χρονιά της πανδημίας. Το αποτέλεσμα είναι λογικό, δεδομένου ότι η ύφεση χτύπησε την Ελλάδα αναλογικά περισσότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε., λόγω μεγάλης εξάρτησης από τον τουρισμό.

Εν τω μεταξύ, τα χθεσινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την Ελλάδα δείχνουν ότι το 2019 είχε σημειωθεί μείωση του πληθυσμού που ζούσε σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού από 30% σε 28,9% ή σε 3 εκατομμύρια άτομα. Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό μειώνεται σταθερά από το 2014, που είχε φτάσει στο 36%.Την ίδια χρονιά σημειώθηκε αύξηση του μέσου ισοδύναμου ατομικού διαθέσιμου εισοδήματος κατά 6,5%, φτάνοντας στα 9.993 ευρώ από 9.382 ευρώ το 2018.

Ο κίνδυνος αγγίζει περισσότερο τους αλλοδαπούς που ζουν στην Ελλάδα, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 54% του συνόλου όσων πλήττονται από φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό στην ηλικία 18-64 ετών, έναντι 30% των Ελλήνων.

Ειδικά ο κίνδυνος φτώχειας (χωρίς να συνυπολογίζεται ο κοινωνικός αποκλεισμός) αφορούσε το 17,7% του συνολικού πληθυσμού της χώρας το 2019, έναντι 17,9% το 2018. Και ο δείκτης αυτός παρουσιάζει συνεχή πτώση από το 2013, όταν βρισκόταν στο 23,1%. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας υπολογίζονται σε 697.590. Σημειώνεται ότι το κατώφλι της φτώχειας που υπολογίζεται στο 60% του διάμεσου εισοδήματος ήταν 5.266 ευρώ ανά μονοπρόσωπο νοικοκυριό και 11.059 για νοικοκυριό με δύο ενηλίκους και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Το ποσοστό φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων και των κοινωνικών επιδομάτων) ανέρχεται σε 49,6%, όταν περιλαμβάνονται οι συντάξεις μειώνεται στο 23,6% και αν υπολογισθούν και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις κατεβαίνει στο 17,7%.

Σε αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε ο δείκτης κοινωνικής ανισότητας το 2019, αφού ο σχετικός συντελεστής GINI αυξήθηκε ελαφρώς στο 31,1% από το 30%, έπειτα από συνεχή πτωτική πορεία από το 34,3% το 2016. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού έχει 5,2 φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο 20%.

Αύξηση από το 16,2% στο 16,5% σημείωσε το 2019 και το ποσοστό του πληθυσμού που στερείται βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 16,7% αντιμετωπίζει οικονομική αδυναμία ικανοποιητικής θέρμανσης και 29,1% ζει σε κατοικία με στενότητα χώρου.