ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Δίψα» για χρυσό από τις κεντρικές τράπεζες

Προβλέψεις κάνουν λόγο για αγορές που θα αυξηθούν στους 500 τόνους το τρέχον έτος, σε σύγκριση με τους 326,3 τόνους του 2020

dipsa-gia-chryso-apo-tis-kentrikes-trapezes-561423724

Ανανεώνεται το ενδιαφέρον των κεντρικών τραπεζών για την απόκτηση χρυσού. Ενας από τους λόγους που τις ωθεί σε αυτές τις αγορές είναι και η αναθέρμανση του πληθωρισμού, αλλά και η αναζωογόνηση του παγκόσμιου εμπορίου. Από τη Σερβία μέχρι την Ταϊλάνδη οι κεντρικές τράπεζες αγοράζουν επιπλέον χρυσό, ενώ προσφάτως η Γκάνα ανακοίνωσε αντίστοιχα σχέδια. Κι ενόσω άλλες πηγές που στηρίζουν τη ζήτηση για το πολύτιμο μέταλλο εξασθενούν, εκδηλώνεται αντισταθμιστικά το ενδιαφέρον των κεντρικών τραπεζών, το οποίο μέχρι πρότινος είχε εξασθενήσει στα χαμηλότερα επίπεδα δεκαετίας. Επιπλέον, η συνθήκη αυτή θα λειτουργήσει ευνοϊκά για τις τιμές. 

«Σε μία μακροπρόθεσμη προσέγγιση, ο χρυσός αποτελεί τον σημαντικότερο φύλακα και προστάτη έναντι των πληθωριστικών πιέσεων και άλλων ειδών επενδυτικών κινδύνων», παρατηρεί σε ανακοίνωσή της η Εθνική Τράπεζα της Σερβίας (κεντρική τράπεζα). Ο δε πρόεδρος της χώρας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, προσφάτως ανακοίνωσε ότι η Εθνική Τράπεζα ενδιαφέρεται να αυξήσει τα αποθέματά της από τους 36,3 στους 50 τόνους συνολικά.

Η αγορά του χρυσού δέχθηκε πιέσεις από τις αρχές της χρονιάς και μετά, διότι οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων διεθνώς αφαίρεσαν από το πολύτιμο μέταλλο την ελκυστικότητά του ως ασφαλούς καταφυγίου. Τον Απρίλιο και τον Μάιο, πάντως, οι τιμές του ανέκαμψαν, ενώ στη συνέχεια τον Ιούνιο εμφάνισαν τη μεγαλύτερη πτώση μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αυτό αποδίδεται στο ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ σκληραίνει τη νομισματική της πολιτική και το δολάριο ανέρχεται. 

Πέραν τούτου, η αποκατάσταση του παγκόσμιου εμπορίου ενισχύει τα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των αναδυόμενων οικονομιών, παρέχοντας τη δυνατότητα στις αντίστοιχες κεντρικές τράπεζες να αποκτήσουν περισσότερο χρυσό. Οσο για την άνοδο στις τιμές του αργού, και αυτή με τη σειρά της επιτρέπει στις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες να σωρεύσουν χρυσό. 

Μία από αυτές είναι το Καζαχστάν, όπως αναφέρει ο προϊστάμενος αναλυτής πολυτίμων μετάλλων στην HSBC Holdings, Τζέιμς Στιλ, ο οποίος εκτιμά ότι η κατάσταση θα συνεχιστεί. «Εάν μία κεντρική τράπεζα ενδιαφέρεται να διαφοροποιήσει τα περιουσιακά της στοιχεία, ο χρυσός είναι μία θαυμάσια διέξοδος από το δολάριο, χωρίς να υποχρεωθεί να επιλέξει κάποιο άλλο νόμισμα», όπως σημειώνει. Κατά τις μεσημβρινές συναλλαγές στο Λονδίνο χθες η τιμή του πολύτιμου μετάλλου ανερχόταν 0,4%, στα 1.792,16 δολάρια η ουγγιά.

Μία ευοίωνη εξέλιξη θα ήταν, ενόσω η παγκόσμια οικονομία ανακάμπτει, οι αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες να αναρριχηθούν στους 1.000 τόνους. Τα παραπάνω αναφέρουν ο Ακάς Ντόσι και άλλοι αναλυτές της Citigroup σε σχετική τους έκθεση. 

Οι προβλέψεις τους κάνουν λόγο για αγορές που θα αυξηθούν στους 500 τόνους το τρέχον έτος και στους 540 τόνους το 2022. Μία τέτοια εξέλιξη απέχει από τα ρεκόρ των άνω των 600 τόνων το 2018 και το 2019, αν και συνιστά αύξηση σε σύγκριση με τους 326,3 τόνους του 2020. Τα δεδομένα αυτά προέρχονται από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού. 

Τέλος, όπως αναφέρει το συμβούλιο στην έρευνά του, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο, το προσεχές έτος σχεδόν μία στις πέντε κεντρικές τράπεζες σκοπεύει να αυξήσει τα αποθέματά της σε χρυσό.