ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάπτυξη 4,8% στην Ε.Ε. βλέπει τώρα η Κομισιόν

Βελτιωμένες οι προβλέψεις της για την ευρωπαϊκή οικονομία

anaptyxi-4-8-stin-e-e-vlepei-tora-i-komision-561426256

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Αισθητά υψηλότερη είναι η νέα εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας φέτος, σε σύγκριση με τις εαρινές προβλέψεις στα μέσα Μαΐου. Σύμφωνα με τις ενδιάμεσες θερινές προβλέψεις, που δημοσιεύθηκαν χθες, το ΑΕΠ της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης αναμένεται πλέον να μεγεθυνθούν κατά 4,8% το 2021, έναντι 4,2% και 4,3% αντίστοιχα τον Μάιο. Οριακά υψηλότερη (κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα τόσο για την Ε.Ε. όσο και για την Ευρωζώνη) είναι και η πρόβλεψη για το 2022 (4,5%).Οπως σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης, οι δύο βασικοί λόγοι για τη βελτιωμένη πρόβλεψη είναι η καλύτερη του αναμενομένου επίδοση της ευρωπαϊκής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο, όταν παρέμεναν εν ισχύι τα περιοριστικά μέτρα κατά του κορωνοϊού· και η ταχύτερη του αναμενομένου άρση των μέτρων αυτών με τη βελτίωση των υγειονομικών συνθηκών κατά το β΄ τρίμηνο.

Το πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται πλέον ότι θα ανακτήσει τα προ κρίσης επίπεδα κατά το δ΄ τρίμηνο της φετινής χρονιάς – ένα τρίμηνο νωρίτερα από την εκτίμηση των εαρινών προβλέψεων.Η αναπτυξιακή ώθηση της εξόδου από τους πανδημικούς περιορισμούς θα οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού το 2021 – στο 1,9% στην Ευρωζώνη (έναντι πρόβλεψης 1,7% τον Μάιο) και στο 2,2% στην Ε.Ε. (έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 1,9%). Το 2022 ο πληθωρισμός θα μετριαστεί, στο 1,4% στην Ευρωζώνη και στο 1,6% στην Ε.Ε.

Παρουσιάζοντας τις νέες προβλέψεις, ο επίτροπος Οικονομίας Πάολο Τζεντιλόνι σημείωσε ότι «βασίζονται στην υπόθεση ότι οι περιορισμοί θα συνεχίσουν να χαλαρώσουν στο δεύτερο μισό του έτους και ότι θα παραμείνουν μικρής έκτασης προς το τέλος του 2021 και το 2022». Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι «η αβεβαιότητα σχετικά με την προοπτική (της ευρωπαϊκής οικονομίας) θα παραμείνει υψηλή όσο η πανδημία εξακολουθεί να κρέμεται πάνω από την οικονομία».

Ο κ. Τζεντιλόνι σημείωσε ότι, χάρη στην πρόοδο των εμβολιασμών και την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων καταστολής του ιού, ο αριθμός των κρουσμάτων COVID-19 στην Ε.Ε. «μειώνεται σταθερά από τις αρχές Απριλίου». Ωστόσο, όπως ανέφερε, «τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν σημαντικές αυξήσεις σε ορισμένα κράτη-μέλη, εξαιτίας της πιο μεταδοτικής παραλλαγής “Δ”». Η διασπορά της «Δ», τόνισε ο Ιταλός επίτροπος, είναι «μία γλαφυρή υπενθύμιση» ότι η απειλή της πανδημίας δεν έχει ακόμα απομακρυνθεί.

Πιο αναλυτικά –σχετικά με τα αίτια της βελτιωμένης πρόγνωσης– η νέα έκθεση της Κομισιόν αναφέρει ότι τα ευρήματα από σφυγμομετρήσεις καταναλωτών και επιχειρήσεων και τα δεδομένα της κινητικότητας των πολιτών «δείχνουν ότι ήδη λαμβάνει χώρα μία ισχυρή ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης». Επιπροσθέτως, «υπάρχουν ενδείξεις αναζωογόνησης της τουριστικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της Ε.Ε., που αναμένεται να ωφεληθεί περαιτέρω από την έναρξη ισχύος του νέου ψηφιακού πιστοποιητικού COVID της Ε.Ε. από την 1η Ιουλίου».

Σημαντική αναμένεται να είναι επίσης η συνεισφορά του Recovery and Resilience Facility (RRF) στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη. Οι πρώτες εκταμιεύσεις προς τα κράτη-μέλη αναμένεται να εγκριθούν την ερχόμενη εβδομάδα και να λάβουν χώρα εντός του Αυγούστου. Ο συνολικός πλούτος που θα προκύψει ως αποτέλεσμα της επένδυσης των πόρων του RRF υπολογίζεται σε 1,2% του ΑΕΠ της Ε.Ε. το 2019 για τη διετία 2021-2 (η εκτίμηση αυτή δεν έχει αλλάξει σε σχέση με τις προβλέψεις του Μαΐου).

Το 2023 ο «πράσινος» φόρος

Σχεδόν 10 δισ. ευρώ αναμένει η Κομισιόν πως θα συγκεντρώνει κάθε χρόνο από τους φόρους στις εισαγωγές προϊόντων ρυπογόνων βιομηχανιών. Σχεδιάζει έτσι να χρησιμοποιεί αυτά τα έσοδα για την αποπληρωμή των εκατοντάδων εκατομμυρίων κοινού χρέους που εξέδωσε η Ε.Ε. στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ. Ο εν λόγω φόρος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προστασία  των ευρωπαϊκών βιομηχανιών από ξένους ανταγωνιστές, που δεν υπόκεινται σε αναλόγως αυστηρούς κανονισμούς για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Σχετικό έγγραφο της Κομισιόν που διέρρευσε στους Financial Times αναφέρει ότι ο σχετικός μηχανισμός αναμένεται μεν να τεθεί σε εφαρμογή από το 2030, αλλά η Κομισιόν σχεδιάζει να αρχίσει να επιβάλει τον εν λόγω φόρο σταδιακά, αρχής γενομένης από το 2023. Στόχος της θα είναι να δώσει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στη διάρκεια μιας «μεταβατικής» περιόδου προκειμένου να διασφαλίσει πως θα ελαχιστοποιηθούν οι παρενέργειες στις εμπορικές συναλλαγές. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες και ειδικότερα οι χαλυβουργίες ζητούν να ενεργοποιηθεί ο φόρος το ταχύτερο δυνατό, ώστε να μη χρειαστεί να επιβαρυνθούν με το πρόσθετο κόστος των εκπομπών ρύπων, όταν οι ανταγωνιστές τους εκτός Ε.Ε. δεν θα καταβάλουν αντίστοιχο φόρο. Η Κομισιόν αναμένεται να ανακοινώσει την επόμενη εβδομάδα τα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών καυσαερίων το 2030 κατά 55% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.