ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Χρειάζονται πιο δυναμικές και βιώσιμες επιχειρήσεις

Π. Μυλωνάς: Πρέπει να αλλάξει η επιχειρηματική δομή της οικονομίας

chreiazontai-pio-dynamikes-kai-viosimes-epicheiriseis-561427237

Στον ρόλο που θα διαδραματίσουν οι τράπεζες στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ενόψει και της ενεργοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης αναφέρθηκε ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς, στο πλαίσιο της ομιλίας του στο συνέδριο του Economist, υπογραμμίζοντας την ανάγκη «να αλλάξει η επιχειρηματική δομή της οικονομίας, για να δημιουργηθούν πιο δυναμικές και βιώσιμες επιχειρήσεις». 

Το ερώτημα είναι πώς η πιστωτική επέκταση μπορεί να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για να χρηματοδοτήσει μια βιώσιμη και μακροχρόνια ανάπτυξη της οικονομίας. Ενας παράγοντας που θα συμβάλει στην επίτευξη του στόχου αυτού είναι οι επενδύσεις. Οπως επισήμανε ο κ. Μυλωνάς, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα διαμορφώνονται μόλις στο 11% του ΑΕΠ και για να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα μια βιώσιμη ανάπτυξη θα πρέπει σχεδόν να διπλασιαστούν. Αυτό σημαίνει μια μέση ετήσια αύξηση της τάξεως των 15 δισ. ευρώ για τα επόμενα πέντε χρόνια.

Από τη στιγμή που η ελληνική οικονομία είναι «τραπεζοκεντρική», υπογράμμισε, οι τράπεζες θα παρέχουν το μεγαλύτερο μέρος των απαιτούμενων χρηματοδοτήσεων, σε συνδυασμό με το Ταμείο Ανάκαμψης. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι δεν θα μπορέσουν να επιτύχουν στην προσπάθειά τους εάν δεν εφαρμοστούν τα κατάλληλα μέτρα. Πολιτικές, για παράδειγμα, που θα οδηγήσουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να συμμορφωθούν με τους «κανόνες του παιχνιδιού» ή πολιτικές όπως η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη διαφάνεια στις συναλλαγές, θα λειτουργήσουν υποστηρικτικά.

Ο κ. Μυλωνάς περιέγραψε τα διαρθρωτικά εμπόδια στην οικονομία που περιορίζουν την ανάκαμψη της δανειοδοτικής δραστηριότητας και, κυρίως, τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων. Tο πιο σημαντικό είναι το μέγεθος των παραγωγικών επιχειρηματικών μονάδων, οι οποίες τείνουν γενικά να είναι πολύ μικρές και να στελεχώνονται από λίγους εργαζομένους. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις περίπου 900.000 εγγεγραμμένες επιχειρήσεις στην Ελλάδα, το 95% είναι πολύ μικρές με λιγότερους από 2 εργαζομένους κατά μέσον όρο. Αυτές παράγουν το 30% των πωλήσεων, αλλά με πολύ χαμηλότερη παραγωγικότητα από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (λιγότερο από 2/3). Οσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα από επιχειρήσεις που δεν συνιστούν νομικά πρόσωπα, για το 2019 συνολικά 290.000 από 390.000 καταστάσεις αποτελεσμάτων σημείωσαν έσοδα (πριν από τόκους και φόρους) από επιχειρηματική δραστηριότητα κάτω των 10.000 ευρώ. Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι περίπου το 15% των εξυπηρετούμενων χορηγήσεων προς επιχειρήσεις είναι σε μικρές επιχειρήσεις (περίπου 10 δισ. ευρώ), ένα ποσοστό πολύ χαμηλότερο ως προς τις πωλήσεις τους σε σύγκριση με τη κατάσταση στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις (όπου ο λόγος δανείων προς πωλήσεις είναι 45% χαμηλότερος: 14% έναντι 25%). Με τα δεδομένα αυτά, το 2020, έστω με σημαντική υποστήριξη από κρατικά προγράμματα χρηματοδότησης, τα δάνεια σε τέτοιες μικρές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 7% σε ετήσια βάση –έναντι εξυπηρετούμενων υπολοίπων ύψους 1,5 δισ. ευρώ–, ενώ μέσω του προγράμματος επιστρεπτέας προκαταβολής η κυβέρνηση παρείχε στις επιχειρήσεις άλλα 5,5 δισ. ευρώ.

Αρα, ζητούμενο είναι η εφαρμογή μέτρων που θα παρέχουν κίνητρα συγχώνευσης στις μικρές επιχειρήσεις, όπως η απευθείας πρόσβαση στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε να κινητοποιήσει τις μικρές επιχειρήσεις να εκσυγχρονιστούν, να γίνουν παραγωγικότερες και πιο συνεπείς φορολογικά, κατέληξε ο κ. Μυλωνάς, και είναι θετικό ότι «πολλές από αυτές τις πολιτικές αποτελούν ήδη μέρος του κυβερνητικού μεταρρυθμιστικού προγράμματος».