ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άνω των 800 δισ. δολ. οι εισροές κεφαλαίων στις κινεζικές αγορές

Αυξήθηκαν κατά 40% σε σύγκριση με την περασμένη χρονιά

ano-ton-800-dis-dol-oi-eisroes-kefalaion-stis-kinezikes-agores-561434431

Σε περισσότερα από 800 δισ. δολάρια, για την ακρίβεια 806 δισ. δολάρια, ανήλθε φέτος η συνολική έκθεση των διεθνών επενδυτών σε κινεζικούς τίτλους που προσελκύουν το ενδιαφέρον τους περισσότερο από ποτέ, παρά τις εντάσεις ανάμεσα στο Πεκίνο και στην Ουάσιγκτον. Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times που βασίστηκε σε στοιχεία του Bloomberg, το ποσό των 800 δισ. δολαρίων αντιπροσωπεύει αύξηση 40% σε σύγκριση με τα αντίστοιχα επίπεδα του περασμένου έτους των 570 δισ. δολαρίων. Τους τελευταίους 12 μήνες οι ξένοι επενδυτές αγόρασαν μεταξύ άλλων κινεζικές μετοχές συνολικής αξίας 35,3 δισ. δολαρίων μέσα από πλατφόρμες που συνδέουν την αγορά του Χονγκ Κονγκ με τα χρηματιστήρια της Σαγκάης και της Σεντζέν. Πρόκειται και πάλι για αύξηση 49% σε σύγκριση με το περασμένο έτος. Σύμφωνα άλλωστε με στοιχεία της Credit Agricole, οι τοποθετήσεις ξένων επενδυτών σε ομόλογα του κινεζικού δημοσίου υπερέβησαν τα 75 δισ. δολάρια, καταγράφοντας αύξηση 50% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του περασμένου έτους. Οπως υπογραμμίζει σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, μεγάλες διεθνείς επενδυτικές επιμένουν να τοποθετούνται στο χρέος του κινεζικού δημοσίου ακόμη και μετά τη χαλάρωση που αποφάσισε το Πεκίνο την περασμένη εβδομάδα, μειώνοντας το ύψος των αποθεματικών που οφείλουν να διατηρούν οι τράπεζες.

Ηχηρά ονόματα όπως οι JP Morgan Asset Management, Fidelity International και Pictet Asset Management εκτιμούν πως οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Κίνας δεν θα υποχωρήσουν κάτω από το 2,9%-3% και θεωρούν ότι τα κινεζικά ομόλογα παραμένουν ελκυστικά. Πιο αισιόδοξη, πάντως, η UBS Asset Management εκτιμά πως οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Κίνας, που υποχώρησαν σε χαμηλό 12 μηνών μετά τη χαλάρωση της περασμένης εβδομάδας, ενδέχεται να υποχωρήσουν ακόμα και κατά 100 μονάδες βάσης σε ιστορικό χαμηλό αν η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας αποφασίσει να μειώσει τα επιτόκια εντός του έτους.

Το αχαλίνωτο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για τους κινεζικούς τίτλους οφείλεται κατά κύριο λόγο στη ραγδαία ανάκαμψη που σημείωσε η κινεζική οικονομία βγαίνοντας από την οικονομική κρίση της πανδημίας πρώτη ανάμεσα στις μεγάλες οικονομίες. Τελευταία επικρατεί, ωστόσο, ανησυχία μεταξύ επενδυτών καθώς όλα δείχνουν πως η κινεζική οικονομία επιβραδύνεται. Μιλώντας πάντως στους FT, ο Αντι Μέιναρντ, στέλεχος της επενδυτικής τράπεζας China Renaissance, τόνισε πως «παρά τα όσα ακούγονται για γεωπολιτικές εντάσεις, από την οπτική ενός διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων, δεν είναι δυνατόν να μην ενδιαφέρει η αγορά της Κίνας». Οι εισροές έχουν ωφελήσει σε μεγάλο βαθμό και τα χρηματιστήρια της κινεζικής ενδοχώρας, καθώς παρατηρείται τάση των επενδυτών να απομακρύνονται από τις μετοχές των υπερτιμημένων εταιρειών υψηλής τεχνολογίας. Οπως τονίζει ο Τόμας Γκάτλεϊ, αναλυτής της Gavekal Dragonomics, «δεδομένου ότι οι εταιρείες τεχνολογίας δεν είναι πλέον οι ευνοούμενες, οι επενδυτές ενδιαφέρονται για άλλους τομείς, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονται στην ενδοχώρα». 

Οι εισροές κεφαλαίων στις κινεζικές αγορές αυξάνονται εδώ και αρκετά χρόνια εν μέρει και επειδή εντάχθηκαν στους διεθνείς δείκτες πολλοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί στο νόμισμα της Κίνας. Τον Μάρτιο η εταιρεία FTSE Russell, που βρίσκεται πίσω από μεγάλους χρηματιστηριακούς δείκτες, ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να συμπεριλάβει το δημόσιο χρέος της Κίνας στον παγκόσμιο δείκτη ομολόγων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της επενδυτικής Nomura, στην περίπτωση αυτή θα διοχετευθούν στην Κίνα πάνω από 130 δισ. δολάρια επενδυτικών κεφαλαίων. Βάσει στοιχείων της Credit Agricole και σχετικού προγράμματος της αγοράς ομολόγων του Χονγκ Κονγκ, η βρετανική εφημερίδα υπολογίζει πως οι εισροές ξένων κεφαλαίων σε κινεζικά ομόλογα ανήλθαν συνολικά σε 578 δισ. δολάρια φέτος. 

Οπως τονίζει η βρετανική εφημερίδα, η εκτίναξη των εισροών ξένων κεφαλαίων σε κινεζικούς τίτλους συμπίπτει με την εκστρατεία του Πεκίνου κατά των κινεζικών τεχνολογικών κολοσσών αλλά και κατά κινεζικών επιχειρήσεων που ενεγράφησαν στα αμερικανικά χρηματιστήρια. Πιο πρόσφατη όλων ήταν η περίπτωση της Didi, κινεζικής αντίστοιχης της Uber, που βρέθηκε στο στόχαστρο των κινεζικών αρχών λίγες μόλις ημέρες πριν από τη δημόσια εγγραφή της στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης με χρηματιστηριακή αξία ύψους 4,4 δισ. δολαρίων.