ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χωρίς το «αγκάθι» της αναβαλλόμενης φορολογίας

choris-to-agkathi-tis-anavallomenis-forologias-561451672

Το πράσινο φως για την αλλαγή του νόμου που διέπει την αναβαλλόμενη φορολογία των τραπεζών έδωσε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα, απαλλάσσοντας το ελληνικό τραπεζικό σύστημα από τον φόβο να ενεργοποιηθεί η ρήτρα ανακεφαλαιοποίησής τους από το Δημόσιο σε περίπτωση ζημιών.

Ετσι, αφενός μεν οι τράπεζες αποκτούν περιθώρια να κάνουν επιθετικότερες κινήσεις για τη μείωση των κόκκινων δανείων, αφετέρου δε οι δυνητικοί επενδυτές σε τραπεζικές μετοχές δεν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της απίσχνασης της συμμετοχής τους σε περίπτωση ανακεφαλαιοποίησης από το κράτος.

Υστερα από διαπραγματεύσεις που κράτησαν τρεις μήνες η ΕΚΤ ενέκρινε το σχέδιο διάταξης που υπέβαλε ο υφυπουργός Οικονομικών Γ. Ζαββός. Η διάταξη προβλέπει πως, αν δεν υπάρχουν επαρκή κέρδη ή καταγράφονται ζημίες και δεν είναι δυνατός ο συμψηφισμός με την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, μπορεί να μετακυλισθεί η διαφορά σε επόμενο φορολογικό έτος στο οποίο θα υπάρχει επάρκεια κερδών. Η μεταφορά αυτή θα μπορεί να γίνεται σε οποιαδήποτε φορολογική χρήση εντός της αντίστοιχης 20ετούς περιόδου απόσβεσης που προβλέπουν οι διατάξεις για την απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων των τραπεζών.

Η ΕΚΤ έκρινε ότι η εν λόγω τροποποίηση ήταν απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν από την ταχεία απομόχλευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. 

Με το σχέδιο διάταξης βγαίνει πλέον από το τραπέζι ο κίνδυνος ενεργοποίησης του DTC και δίνεται στις τράπεζες η δυνατότητα να προχωρήσουν στην ολική εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους ισολογισμούς τους, χωρίς να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο απομείωσης των εποπτικών τους κεφαλαίων και της καταγραφής ζημιών, η οποία θα οδηγούσε σε ενεργοποίηση των διατάξεων του αναβαλλόμενου φόρου και σε αναγκαστική είσοδο του Δημοσίου στο μετοχικό τους κεφάλαιο. Ο κίνδυνος ενεργοποίησης του αναβαλλόμενου φόρου αποτελούσε «αγκάθι» για την προσέλκυση επενδυτών στις ελληνικές τράπεζες. Μετά την έγκριση της αλλαγής του νόμου από την ΕΚΤ μπορούν πλέον οι τράπεζες να υποστηρίξουν την επίτευξη των στόχων τους για τη μείωση των κόκκινων δανείων μέσω του «Ηρακλή ΙΙ». Κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών σημειώνουν, επίσης, πως κλείνει οριστικά η συζήτηση και η αβεβαιότητα για το εάν οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν πρόσθετες λύσεις για να επιτύχουν την εκκαθάριση των κόκκινων δανείων.

Επίσης, υπογραμμίζουν πως «με τη νέα αυτή επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης ενισχύεται η επενδυσιμότητα των ελληνικών τραπεζών σε μια φάση ιδιαίτερα κρίσιμη για την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Επιπροσθέτως, η επιτυχία αυτή θα αποτελέσει και ένα σημαντικό βήμα των ελληνικών τραπεζών για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας».

Η γνωμοδότηση 

Με την από 29.7.2021 απόφασή του, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ εξέδωσε νομική γνωμοδότηση που επιτρέπει τη μεταφορά ζημιών και αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTA) που προκύπτουν από διαφορές χρέωσης.

Η ΕΚΤ έκρινε ότι η μείωση των ΜΕΑ από ελληνικά συστημικά πιστωτικά ιδρύματα παραμένει επί του παρόντος η κύρια εποπτική προτεραιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ υποστήριξε ότι ο στόχος του σχεδίου τροποποιήσεων που πρότεινε η ελληνική κυβέρνηση είναι να διευκολύνει τις σημαντικές πρωτοβουλίες απομόχλευσης που αναλαμβάνουν τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέσω του προγράμματος «Ηρακλής».

Η ΕΚΤ έκρινε ότι το σχέδιο νόμου δεν τροποποιεί το άρθρο 27α του ελληνικού φορολογικού κώδικα σχετικά με την επιλεξιμότητα των DTA για μετατροπή σε αναβαλλόμενες πιστώσεις φόρου, διάταξη σχετική με τις απαιτήσεις του άρθρου 39 παράγραφος 2 του κανονισμού (Ε.Ε.) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Στην προτεινόμενη ρύθμιση του υπ. Οικονομικών που ενέκρινε η ΕΚΤ θεσπίζεται η εξής σειρά προτεραιότητας: σε κάθε έτος συμψηφίζεται πρώτα η ετήσια απόσβεση της χρεωστικής διαφοράς από το PSI, στη συνέχεια η ετήσια απόσβεση της χρεωστικής διαφοράς από διαγραφές ή μεταβιβάσεις δανείων και πιστώσεων και μετά τυχόν μη συμψηφισθέντα σε προηγούμενα έτη υπόλοιπα της τελευταίας αυτής χρεωστικής διαφοράς, με τα προγενέστερα υπόλοιπα να προηγούνται των μεταγενέστερων. Ακολουθεί ο συμψηφισμός των μεταφερόμενων φορολογικών ζημιών.