ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάπτυξη μέσω ιδιωτικών επενδύσεων στη μετά την πανδημία εποχή

anaptyxi-meso-idiotikon-ependyseon-sti-meta-tin-pandimia-epochi-561470914

Οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα συνιστούν την κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία της μακροπρόθεσμης ανά εργαζόμενο παραγωγής, των πραγματικών μισθών και των κερδών στις οικονομίες. Στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, τώρα, αυτές οι ιδιωτικές επενδύσεις ισοδυναμούν με το σχεδόν 10% του ΑΕΠ. Και ενώ αυτό αποτελεί ένα ελάχιστο τμήμα της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία φθάνει σχεδόν στο 63% του ΑΕΠ, οι ισχυρές και βιώσιμες επενδύσεις των επιχειρήσεων ενισχύουν το βιώσιμο ποσοστό της πραγματικής κατανάλωσης, αυξάνοντας τη δυνητική προσφορά μέσω της υψηλότερης παραγωγικότητας. Η εξασθένηση στην αύξηση της παραγωγικότητας τη δεκαετία μετά τη διάλυση της Lehman οδήγησε σε ουσιαστική επιβράδυνση της δυνητικής ανάπτυξης της Βρετανίας και σε στασιμότητα στην κατάσταση του βιοτικού επιπέδου. Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους. Εάν συγκρίνουμε τη μέση ετήσια ανάπτυξη το 2001-2007 και το 2010-2019 θα δούμε ότι το πραγματικό ΑΕΠ επιβραδύνθηκε από το 2,7% στο 1,8%, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ υποχώρησε από το 2,1% στο 1,1% και η ανά εργαζόμενο παραγωγικότητα από το 1,8% στο 0,7%.

Τέτοιες τάσεις μπορούν μόνο να βελτιωθούν, εάν παρατηρείται βιώσιμη ανάκαμψη στις ιδιωτικές επενδύσεις και σε μικρότερο βαθμό στις δημόσιες επενδύσεις. Ως επί το πλείστον οι προοπτικές είναι ευνοϊκές. Μετά τα δύο σοκ της αποχώρησης της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, οι επιχειρήσεις σε όλους του καίριους τομείς έδειξαν πως είναι έτοιμες να αυξήσουν ουσιαστικά τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και δεξιότητες τα χρόνια που έρχονται, εν συγκρίσει με τα τωρινά τους επίπεδα. Τρεις είναι οι μοχλοί οι οποίοι θα ενεργοποιήσουν σταθερά κέρδη από τις επενδύσεις των εταιρειών και ο πρώτος είναι η δυναμική ζήτηση. Καθώς η οικονομία λειτουργεί και πάλι και οι δαπάνες ανακάμπτουν, οι προσδοκίες κερδοφορίας και τα σχέδια επενδύσεων επανέρχονται στο προσκήνιο δυναμικότατα.

Αντιθέτως με όσα είχαμε ζήσει σε προηγούμενες οικονομικές κρίσεις, όταν οι προσδοκίες για τα κέρδη και τα επενδυτικά σχέδια ανέκαμπταν κατά το ήμισυ, αυτήν τη φορά έχουν επανακάμψει εντυπωσιακά σε κατά μέσον όρο ιστορικά επίπεδα. Ο δεύτερος μοχλός αφορά τους περιορισμούς στην προσφορά και τις δεξιότητες. Οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών έχουν ανάγκη να επενδύσουν, ώστε να αντικαταστήσουν το υφιστάμενο κεφάλαιο και να βελτιώσουν την παραγωγικότητα από το 2019 και μετά. Επιπλέον αυξάνουν τις επενδύσεις για να ενισχύουν τις δεξιότητές τους. Πολλές επιχειρήσεις έχουν καταληφθεί εξαπίνης από την ταχεία ανάκαμψη και χρειάζονται άμεσα να αυξήσουν τις δεξιότητες για να καλύψουν τη ζήτηση. Και ο τρίτος και τελευταίος μοχλός είναι η υποχώρηση της αβεβαιότητας. Αν και η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. και ο κορωνοϊός παραμένουν από τους σημαντικούς κινδύνους, που αξιολογούν οι όμιλοι, όπως φαίνεται στις έρευνες, περιορίζεται το ποσοστό όσων επιχειρήσεων τους αναφέρουν ως τους σοβαρότερους παράγοντες ανησυχίας.

* Ο κ. Kallum Pickering είναι οικονομολόγος της Berenberg Bank.