ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από την κρίση στη δίκαιη ανάκαμψη

apo-tin-krisi-sti-dikaii-anakampsi-561486256

Καθώς οι περισσότερες χώρες στον κόσμο αίρουν σταδιακά τα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης έπειτα από περίπου 15 μήνες πανδημίας, η κατάσταση που θα αντιμετωπίσουν δεν είναι προφανής. Η ανάκαμψη παραμένει ασταθής παρά το γεγονός ότι ο εμβολιασμός μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού επιτρέπει το άνοιγμα πολλών δραστηριοτήτων, και η επανεκκίνηση των οικονομιών βρίσκεται στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής για την πλειονότητα των κυβερνήσεων.

Η πρόσφατη Παγκόσμια Οικονομική Επισκόπηση του ΔΝΤ (World Economic Outlook, Απρίλιος 2021) προβλέπει αποκλίνουσες διαδρομές ανάκαμψης μεταξύ χωρών, οικονομικών περιοχών και κοινωνικών ομάδων παγκοσμίως, με την Ευρωζώνη να υπολείπεται σε σχέση με τις ΗΠΑ, τη Λατινική Αμερική και τις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας, αλλά και του παγκόσμιου μ.ό. του προβλεπόμενου ρυθμού ανάπτυξης για το 2021. Πολλές χώρες θα βγουν από την πανδημία με αυξημένο δημόσιο (και ιδιωτικό) χρέος, υψηλότερα δημοσιονομικά ελλείμματα και μεγαλύτερη ανεργία σε μια κατακερματισμένη αγορά εργασίας. Αλλες θα είναι σε θέση να επανέλθουν γρηγορότερα. Συνολικά, ωστόσο, η πολιτική πρέπει να ψάξει για απαντήσεις σε νέες και παλιές προκλήσεις μέσα σε ένα ετερόκλητο, άνισο και λιγότερο οικείο τοπίο.

Σε ένα μακροσκελές άρθρο γνώμης που δημοσίευσε πρόσφατα το Bloomberg, ο συντάκτης προβλέπει ότι το τραύμα που προκάλεσε η COVID θα δώσει ένα μάθημα για τον ρόλο της δημόσιας πολιτικής που «μπορεί να αλλάξει τα οικονομικά για πάντα». Δυστυχώς, μια τέτοια ριζοσπαστική εξέλιξη δεν μοιάζει πιθανή. Για να είμαστε δίκαιοι, ωστόσο, πολιτικές, εργαλεία, ακόμα και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο από ηγέτες παγκοσμίως ήταν σε κάποιο βαθμό λιγότερο «συμβατική» σε σχέση με τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Δέκα χρόνια πριν, κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει μια τόσο άμεση αντίδραση για τη στήριξη ανθρώπων και επιχειρήσεων που πλήττονταν από την κρίση, την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας της Ε.Ε. ή τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης μέσω –πρακτικά– αμοιβαιοποίησης του χρέους (επί μακρόν αίτημα των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη). Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη διαφορά στις συνθήκες, οι πρωτοβουλίες αυτές είχαν μια σημασία. Το να ισχυριστούμε όμως ότι η παγκόσμια οικονομία «πήρε το μάθημά της», μάλλον είναι αισιόδοξο.

Η μετάβαση από τη διαχείριση της κρίσης σε έναν νέο κύκλο ανάπτυξης θα περάσει και πάλι από σημαντικές συγκρούσεις, που δεν πρέπει να παραβλέψουν τις προτεραιότητες αυτής της περιόδου: τη σημασία των δημόσιων συστημάτων υγείας, την προστασία των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, την ενίσχυση των εισοδημάτων, τη διατήρηση και δημιουργία θέσεων εργασίας, την πολιτική στήριξης υγειών επιχειρήσεων ώστε να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους, την αναγκαιότητα να ξοδεύουν τα κράτη περισσότερα από ό,τι προβλέπει η δημοσιονομική πειθαρχία στις διάφορες εκδοχές της, τη συλλογική διαχείριση των δημόσιων χρεών.

Το να χτίσουμε πάνω σε αυτές τις προτεραιότητες είναι το πρώτο βήμα για να αντιμετωπίσουμε ζητήματα όπως η διεύρυνση των ανισοτήτων, η δημόσια και ιδιωτική υπερχρέωση, το έλλειμμα κοινωνικής κινητικότητας, η αποσταθεροποίηση της εργασιακής και προσωπικής ζωής που περιπλέκεται λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, της εξ αποστάσεως εργασίας και των διαφόρων μορφών ευελιξίας, η άνιση μετάβαση σε νέα παραγωγικά μοντέλα για να αντιμετωπιστεί η περιβαλλοντική κρίση.   

Για παράδειγμα, όσον αφορά το ζήτημα της εξέλιξης των ανισοτήτων, ορισμένες πρώτες μελέτες δείχνουν τα εξής:

Οτι η δημόσια παρέμβαση την περίοδο της πανδημίας υπήρξε κρίσιμη για τον περιορισμό των ανισοτήτων που προέκυψαν από απώλειες εισοδήματος και εργασίας. Ο περιορισμός αυτός μπορεί να ανατραπεί αν η ανάγκη για τέτοιου είδους παρεμβάσεις θεωρηθεί «έκτακτη λόγω πανδημίας».

Παρότι τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι οι ανισότητες έχουν την τάση να μειώνονται έπειτα από μεγάλης εμβέλειας ανατρεπτικά γεγονότα, όπως πόλεμοι, επαναστάσεις ή πανδημίες (συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Τ. Piketty, αλλά και άλλοι ιστορικοί και οικονομολόγοι), η κρίση της COVID μοιάζει να έχει στοιχεία που συντείνουν στη διεύρυνσή τους, αν δεν υπάρξει η απαραίτητη αντίδραση.

Η εξάλειψη των ανισοτήτων δεν είναι φυσικά ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με μεταβιβάσεις και προγράμματα στήριξης. Το να πηγαίνει όμως κανείς στην αντίθετη κατεύθυνση, σίγουρα δεν είναι μια καλή αρχή… Την περασμένη εβδομάδα, η ελληνική κυβέρνηση ψήφισε σημαντικές αλλαγές στην εργασιακή νομοθεσία, ανατρέποντας προστατευτικές διατάξεις δεκαετιών υπέρ των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων η προώθηση των ατομικών έναντι των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η απόσυρση της ευθύνης του κράτους από τον έλεγχο της τήρησης της εργασιακής νομοθεσίας μέσω της μετατροπής του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας σε Ανεξάρτητη Αρχή, η δυσχέρανση της απεργίας μέσω της αυξημένης αστικής ευθύνης των διοργανωτών.

Συνολικά, η μείωση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων, ιδιαίτερα εκείνων που δουλεύουν σε ήδη χαμηλά αμειβόμενες και επισφαλείς θέσεις εργασίας, είναι ενάντια σε μια δικαιότερη οικονομία και κοινωνία. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά και άλλων χωρών με αντίστοιχα χαρακτηριστικά, έχει τονιστεί πολλάκις ότι ο ανταγωνισμός στο πεδίο της φθηνής εργασίας δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή στον σημερινό παγκόσμιο καταμερισμό.

Αντιστοίχως, η σημασία ενός ισχυρού δημόσιου συστήματος υγείας και η σχέση του επιπέδου υγείας του παγκόσμιου πληθυσμού με την ταχύτητα και ποιότητα της οικονομικής ανάκαμψης είναι ένα από τα ζητήματα που συζητήθηκαν διεξοδικά αυτή την περίοδο. Καμία χώρα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει επανέλθει στην «κανονικότητα» αν η πανδημία δεν αντιμετωπιστεί αλληλέγγυα και συνολικά.

Οι σημερινές οικονομίες, οι σημερινές κοινωνίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Το γεγονός αυτό δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε παρά την –όχι αμελητέα– τάση ανάδυσης ενός νέου οικονομικού εθνικισμού που έφερε ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για την παγκοσμιοποίηση, τον χαρακτήρα και το μέλλον της. Ισως ο πιο αποτελεσματικός οδηγός για να πλοηγηθούμε μέσα σ’ αυτή την περίπλοκη πραγματικότητα είναι και πάλι η επιστροφή μας στις βασικές αρχές, στις προτεραιότητες που θέτουμε στα δύσκολα.   

* Η κ. Ελενα Παπαδοπούλου είναι πρώην γενική γραμματέας Οικονομικής Πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών.