ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν υπάρχουν ολιγάρχες και ελίτ στις startups

Ο πρωτοπόρος του κλάδου Μάρκος Βερέμης μιλάει στην «Κ» για το εγχώριο οικοσύστημα τεχνολογικής επιχειρηματικότητας

den-yparchoyn-oligarches-kai-elit-stis-startups-561486307

Για τον Μάρκο Βερέμη, το κορυφαίο στιγμιότυπο του Innovative Greeks, του ψηφιακού συνεδρίου που συνδιοργάνωσε τον περασμένο Μάρτιο ο ΣΕΒ μαζί με την Endeavor («με διαφορά η μεγαλύτερη εκδήλωση στην ιστορία του ΣΕΒ», όπως λέει), ήταν μια δήλωση του Χρήστου Τρύφωνα, ενός serial entrepreneur με έδρα τη Σίλικον Βάλεϊ που τρέχει την πέμπτη εταιρεία του, έχοντας ιδρύσει και πουλήσει επιτυχώς τις τέσσερις προηγούμενες. «Τον ρώτησα τι τον κινητοποιεί να συνεχίζει», λέει στην «Κ». «Μου είπε ότι μία από τις μεγάλες ευλογίες της σύγχρονης εποχής είναι ότι μπορείς να χωρέσεις πολλές ζωές μέσα σε μία. Με αυτό το σκεπτικό, κάθε φορά που ιδρύει μια νέα εταιρεία είναι σε καινούργιο αντικείμενο και με καινούργια ομάδα. Επανεφεύρει τον εαυτό του, μου είπε, κι αυτό είναι ένα τεράστιο προνόμιο».

Ο Βερέμης είναι για την ελληνική startup σκηνή ό,τι ήταν ο Ιγκι Ποπ για το πανκ ροκ. Σαν τον Ιγκι, που με τους Stooges γέννησε έναν νέο ήχο στα τέλη της δεκαετίας του ’60 που θα χρειαζόταν σχεδόν μία δεκαετία ακόμα για να γίνει μουσικό κίνημα, ο Βερέμης, με την Upstream, δημιούργησε το πρότυπο μιας εξαγωγικής εταιρείας τεχνολογίας με έδρα την Ελλάδα – σε μια εποχή που έννοιες όπως «startup», «venture capital» και «οικοσύστημα» ήταν ουσιαστικά άγνωστες.
Ηταν, παραδέχεται, «φοβερά ασυνήθιστο» να το κάνει κάποιος αυτό στην Ελλάδα του 2002. Αλλά διεθνώς, θυμάται, υπό την επιρροή της πρώτης άνθησης της διαδικτυακής οικονομίας (του dotcom boom), υπήρχε μια τάση «να αφήνει κάποιος τη δουλειά του και να ξεκινάει κάτι καινούργιο». Εκμυστηρεύεται μάλιστα ότι αν δεν υπήρχε αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μπορεί να μην είχε πάρει πότε το ρίσκο: «Δεν ήμουν εκ φύσεως επιχειρηματικό πνεύμα. Ημουν μάλλον συντηρητικός· έβλεπα τον εαυτό μου να κάνω καριέρα ως στέλεχος».

«Ημασταν τελείως απομονωμένοι από τη λογική της εποχής, τη λογική της αστακομακαρονάδας», συνεχίζει ο Βερέμης. «Την εταιρεία δεν τη βγάλαμε έτσι γι’ αυτόν τον λόγο, αλλά τελικά κατέληξε να έχει αυτό το νόημα, ότι κολυμπούσαμε ενάντια στο ρεύμα [σ.σ.: swimming upstream στα αγγλικά]. Κανείς δεν το έπιανε. Δεν θεωρείτο καθόλου σέξι να ασχολείται κάποιος με την τεχνολογία, ο τομέας στην κοινή αντίληψη ήταν για nerds και losers. Επιπλέον, ως εγχείρημα, οι περισσότεροι θεωρούσαν ανέφικτο, να πουλάμε στο εξωτερικό από το γραφειάκι μας στους Αμπελοκήπους. Αυτό ήταν καθοριστικό για το DNA μας – η αίσθηση ότι ήμασταν εμείς ενάντια στον κόσμο και ότι έπρεπε να πετύχουμε πάση θυσία. Και αυτήν τη φιλοσοφία τα στελέχη μας τη μετέφεραν στις άλλες επιτυχημένες εταιρείες, τις οποίες ίδρυσαν στη συνέχεια».

Ανάδυση

Η Upstream παρέμεινε στα χέρια των ιδρυτών της μέχρι το 2014, όταν πουλήθηκε το πλειοψηφικό πακέτο της σε μια αποτίμηση 150 εκατομμυρίων δολαρίων. Στο μεσοδιάστημα είχαν αρχίσει να δημιουργούνται τα πρώτα ίχνη ενός εγχώριου οικοσυστήματος τεχνολογικής επιχειρηματικότητας. Είναι ενδεικτικό της εξέλιξης του τομέα, όπως εξηγεί, ότι η πρώτη ένεση κεφαλαίων από εταιρεία venture capital στην Upsteam έγινε 13 χρόνια μετά την ίδρυσή της, ενώ εταιρείες δεύτερης γενιάς που προήλθαν από τις τάξεις της, όπως η Workable και η Persado, είχαν πρόσβαση σε τέτοιου είδους κεφάλαια «από την αρχή».

Μια δεύτερη κρίσιμη διαφορά, σημειώνει, ήταν ότι οι υποδομές του Διαδικτύου ήταν ακόμα υποτυπώδεις στις αρχές του αιώνα, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τη συγκριτική θέση ελληνικών εταιρειών έναντι ανταγωνιστριών από τεχνολογικά πιο προηγμένες χώρες. «Και φυσικά δεν υπήρχε το Zoom. Επρεπε να κάνουμε απείρως περισσότερα ταξίδια για να πουλήσουμε το προϊόν μας. Ειδικά ο Αλεξ [Βρατσκίδης, συνιδρυτής της εταιρείας] κυριολεκτικά ζούσε μέσα σε ένα αεροπλάνο. Είχαμε μετρήσει κάποια στιγμή ότι μέσα σε ένα χρόνο ήταν σε πτήση τις 200 μέρες».

Τρίτον, «τότε δεν ήταν εύκολο να βρεις κόσμο να προσλάβεις. Δεν υπήρχαν πετυχημένα προηγούμενα τέτοιων εταιρειών στη χώρα. Επιπλέον, διεθνώς, μετά την κατάρρευση της φούσκας των dotcom και έως το 2003-2004 είχε χαθεί λίγο η σαγήνη των τεχνολογικών startups. Επρεπε να βρεις ονειροπόλους, άτομα με μια αντιδραστική πλευρά στον χαρακτήρα τους, που θα ήταν διατεθειμένοι να παρατήσουν τη σίγουρη δουλειά σε έναν από τους εθνικούς προμηθευτές».

Ωρίμανση

Ο Βερέμης είναι σήμερα από τους πιο δραστήριους παίκτες στο ελληνικό οικοσύστημα. Ανήκει στην επενδυτική ομάδα του Big Pi, ενός εκ των funds του Equifund (για το οποίο θα μιλήσουμε περισσότερο παρακάτω). Εχει επενδύσει συνολικά σε 32 εταιρείες τεχνολογίας, που απασχολούν σήμερα 1.800 άτομα και έχουν αθροιστική κεφαλαιοποίηση 2 δισ. ευρώ. Πώς κρίνει την πρόοδο του κλάδου τα τελευταία δέκα χρόνια;

Οπως λέει, θεωρεί «πολύ σημαντικό» τον ρόλο που έπαιξε το Taxi Beat για την αναβάθμιση του οικοσυστήματος στην αντίληψη του κόσμου. «Δεν ήταν τόσο το μέγεθος της εταιρείας, όσο το γεγονός ότι ήταν η πρώτη φορά που οι Ελληνες, ως καταναλωτές, βίωσαν τον αντίκτυπο μιας startup. ΤοTaxi Beat έδειξε σε πάρα πολύ κόσμο ότι η τεχνολογία, ελληνικής έμπνευσης, μπορούσε να αλλάξει την καθημερινότητά τους – σε ένα χώρο μάλιστα όπου το επίπεδο υπηρεσιών προκαλούσε τρομερή δυσαρέσκεια». Πολύ σημαντική για τον ίδιο λόγο θεωρεί και την επιτυχία του E-food – «απλώς οι ιδρυτές τους ήταν πιο χαμηλού προφίλ από τον [ιδρυτή της Taxi Beat Νίκο] Δρανδάκη».
Αναδεικνύει επίσης τη συμβολή των πρώτων funds (Openfund, Venture Friends) στην ανάδυση ενός πρωτόλειου οικοσυστήματος. Σημειώνει όμως ότι «οι πιο πετυχημένες εταιρείες που φτιάχτηκαν την τελευταία δεκαετία δεν συνδέονται ιδιαίτερα με αυτό που κατέληξε να ονομάζεται “το οικοσύστημα”». Ασκεί και κριτική σε μια φάση όπου η έννοια του startupper έγινε μόδα – ήταν «ένας μιμητισμός της Καλιφόρνιας, από τον οποίο δεν βγήκαν πολλά πράγματα».

Σήμερα, σε ένα δείγμα ωρίμανσης, ο «αφρός» αυτός (όπως τον αποκαλεί) έχει εξατμιστεί –«καμία από τις εταιρείες αυτές δεν επιβίωσε»– και ο κλάδος αποτελείται από τις «πιο σοβαρές εταιρείες» που ιδρύθηκαν την τελευταία δεκαετία. «Η μεγάλη πλειοψηφία των 5.000-5.500 ανθρώπων που απασχολούνται στον κλάδο στην Ελλάδα σήμερα δουλεύουν στις εταιρείες που έχουν καταφέρει να εδραιωθούν – στην Upstream, την Persado, τη Workable, την Blueground, την InstaShop, τη Viva, αν την εντάξουμε στην κατηγορία των τεχνολογικών εταιρειών, την Orfium, την Epignosis, τη Skroutz.gr, την Innoetics, τη Softomotive, τη NetData, την Omilia, το Beat, το Ε-food… Είναι καμιά δεκαριά και πλέον εταιρείες με αποτιμήσεις άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ».

Ο Βερέμης χαρακτηρίζει το Equifund «ένα πολύ επιτυχημένο πείραμα» για τη χρηματοδότηση του κλάδου. «Από εκεί που είχες ένα fund, και μάλιστα μικρό, ήρθε το EIF [European Investment Fund], με την εμπειρία του σε πολλές άλλες χώρες και την αξιοκρατική του προσέγγιση, και μας οργάνωσε», λέει. «Διάλεξαν προσεκτικά ποιοι θα είναι οι fund managers οι οποίοι θα διαχειρίζονταν το δάνειο των 300 εκατομμυρίων που δόθηκε για να προσελκύσουν και ιδιωτικά κεφάλαια». Η αναλογία σήμερα, λέει, είναι περίπου 60-40 μεταξύ δανείων και ιδιωτικών κεφαλαίων.

«Δεν έχουν υπάρξει ξανά τόσο πολλά λεφτά στο venture capital στην Ελλάδα», σημειώνει. «Και είναι η πρώτη φορά που Ελληνες επενδυτές τοποθετούνται σε τέτοια κλίμακα σε αυτόν τον χώρο». Μεταξύ των έξι funds που εστιάζουν στην τεχνολογία «υπάρχει πολύ καλή συνεννόηση, κοινές αξίες», λέει. Οπως αναφέρει, έχουν ήδη επενδύσει σε περίπου 100 εταιρείες, κάποιες από τις οποίες θα αποτελέσουν την επόμενη γενιά του οικοσυστήματος. 

Στην ανάπτυξη του κλάδου, προσθέτει, έχει συμβάλει η διακομματική στήριξη που απολαμβάνει – γεγονός εξαιρετικά σπάνιο, το οποίο αποδίδει εν μέρει στο ότι είναι «ένα πεδίο με πολλούς νέους ανθρώπους, χωρίς κατεστημένες ελίτ και ολιγάρχες», άρα πιο προσφιλές στην Αριστερά από άλλους τομείς της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Αδυναμίες

Ο 47χρονος επιχειρηματίας και επενδυτής έχει πλήρη επίγνωση των «πολλών» αδυναμιών που μαστίζουν το ελληνικό οικοσύστημα. Η πρωταρχική, κατά την άποψή του, είναι η ανεπαρκής διασύνδεση μεταξύ των πανεπιστημίων και των επιχειρήσεων. «Υπάρχει ακόμα αυτή η αριστερή φιλοσοφία, που θεωρεί την εμπορική έρευνα κάτι βρώμικο», παρατηρεί. «Επιπλέον, οι ερευνητές έχουν κάπως κακομάθει με τα προγράμματα Horizon· δεν χρειάστηκε ποτέ να μετατρέψουν τις ιδέες τους σε κάτι εμπορικά αξιοποιήσιμο για να πάρουν χρηματοδότηση».

Το πρόβλημα, θεωρεί, ξεκινάει ακόμα νωρίτερα, στο σχολείο – όπου δεν μαθαίνονται οι δεξιότητες, εξειδικευμένες και ευρύτερες, που θα συνέβαλλαν στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, ενώ λείπει και ο αναγκαίος ακαδημαϊκός και επαγγελματικός προσανατολισμός. «Τα πτυχία που επιλέγουν οι μαθητές δεν έχουν καμία σχέση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας», λέει. «Ο ΣΕΒ έκανε μια έρευνα, σύμφωνα με την οποία το 64% των μελών του δυσκολεύεται να βρει εργαζομένους με τις αναγκαίες δεξιότητες» (ως πρόεδρος του Junior Achievement Greece, ο Βερέμης έχει αφιερώσει αρκετό χρόνο στο να συμπεριληφθούν στη σχολική ύλη βασικά μαθήματα που συνδέονται με την επιχειρηματικότητα).

Ανάπτυξη σε συνθήκες χρεοκοπίας

Μια ιδιαιτερότητα του ελληνικού οικοσυστήματος ήταν ότι έκανε τα πρώτα του βήματα σε συνθήκες εθνικής χρεοκοπίας. Οι πιο πετυχημένες εταιρείες του κλάδου, εξ ορισμού σχεδόν, είχαν μηδαμινή εξάρτηση από την ελληνική οικονομία. Κι όμως, απλώς έχοντας την έδρα τους στην Ελλάδα σήμαινε ότι δεν έμειναν αλώβητες από την κρίση. «Δυσκολευτήκαμε πολύ με τις διεθνείς μας πωλήσεις όταν η Ελλάδα ήταν στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου», θυμάται ο Βερέμης. «Οι πελάτες μας άρχισαν να μας ζητούν εγγυητικές επιστολές που παλαιότερα δεν μας ζητούσαν – μας έκανε μια ζημιά όλο αυτό το πράγμα». Αλλά η πραγματική ζημιά, λέει, έγινε μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015. «Οταν υπήρξε σοβαρός φόβος πτώχευσης και πιστωτικού γεγονότος, άρχισε να φεύγει πολύς λαός – και από εμάς. Ηταν η πρώτη φορά που είδαμε κόσμο που φοβόταν να παραμείνει στην Ελλάδα». Αυτή η τάση, σημειώνει, «συνεχίστηκε και μετά το 2015. Σταμάτησε περίπου ένα χρόνο πριν από τις εκλογές του 2019 και, ιδιαίτερα κατά την τελευταία διετία, βλέπουμε κάποια ίχνη αντιστροφής της. Απλώς ο κορωνοϊός παραμορφώνει κάπως την πραγματική εικόνα – π.χ. αρκετοί έχουν επιστρέψει προσωρινά, εργάζονται εξ αποστάσεως στις εταιρείες τους και δεν ξέρουμε τι θα κάνουν όταν τελειώσει η πανδημία».