ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο στόχος των σαρωτικών μεταρρυθμίσεων του Σι Τζινπίνγκ

Η διακήρυξη του Κινέζου ηγέτη πως «μόνον ο σοσιαλισμός μπορεί να σώσει τη χώρα» φαίνεται να μην ήταν απλώς ένα σύνθημα

o-stochos-ton-sarotikon-metarrythmiseon-toy-si-tzinpingk-561494002

Οταν στα τέλη του 2012 o Σι Τζινπίνγκ ανέλαβε την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, διακήρυξε πως «μόνον ο σοσιαλισμός μπορεί να σώσει τη χώρα». Τότε αυτό είχε ακουστεί ως μια τυπική και επιδερμική αναφορά σε ένα πεπαλαιωμένο σύνθημα. Δεν μπορούσε να ακολουθηθεί εντός του πλαισίου μιας σύγχρονης οικονομίας της αγοράς. Αλλά οι σαρωτικές νέες πολιτικές κινήσεις του Σι –που ποικίλουν, από την εκστρατεία κατά των ιντερνετικών κολοσσών, των κερδοσκοπικών εκπαιδευτικών ομίλων, των ψηφιακών βιντεοπαιχνιδιών και των υπερβολών στην αγορά ακινήτων έως τη στόχευση της «ευημερίας για όλους»– δείχνουν πως όντως οδηγεί την Κίνα πίσω στις σοσιαλιστικές της ρίζες. Ο ισχυρότερος ηγέτης της χώρας μετά τον Μάο Τσετούνγκ προωθεί αυτά, τα οποία ορισμένοι παρατηρητές χαρακτηρίζουν μικρή επανάσταση, περικόπτοντας τις υπερβολές του καπιταλισμού και απομακρύνοντας τις αρνητικές πολιτιστικές επιρροές της Δύσης. Η προσπάθεια αυτή, η οποία δεν αφήνει τίποτε εκτός –από τη διδακτέα ύλη στο σχολείο (συμπεριλαμβανομένης και της μελέτης «Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για τον σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά») έως τις αυστηρότερες ρυθμίσεις για τον κλάδο των ακινήτων και τη χαλιναγώγηση αυτού που η κυβέρνηση θεωρεί ως βλαβερή ψυχαγωγία– έχει θορυβήσει το επενδυτικό κοινό. Εξ ου και τα κρατικά ΜΜΕ και οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης προσπαθούν να κατευνάσουν τις αγορές. Στα μέσα της εβδομάδας, παραδείγματος χάριν, η επίσημη κρατική εφημερίδα «Λαϊκή Καθημερινή» επιδίωξε να καθησυχάσει τον ιδιωτικό τομέα ότι «η στήριξη της κυβέρνησης προς αυτόν δεν έχει αλλάξει». Και προσθέτει πως η πρόσφατη κινητοποίηση σε επίπεδο κανονιστικών ρυθμίσεων έχει να κάνει με το να αποκαταστήσει την τάξη στην αγορά, να αναβαθμίσει τον θεμιτό ανταγωνισμό, να προστατεύσει τα δικαιώματα των καταναλωτών και να τελειοποιήσει το σοσιαλιστικό σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

Βέβαια, οι πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν πως η πρόθεση έχει γίνει σαφής. «Ο Σι επιδιώκει να αντιμετωπίσει ένα πολύ σύγχρονο ζήτημα, δηλαδή το πώς οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις έχουν καταστήσει την Κίνα πολύ λιγότερο ισότιμη και να επαναφέρει το θέμα της αποστολής της, επί της οποίας οικοδομήθηκε η μαοϊκή εκδοχή της στα αρχικά στάδια», υπογραμμίζει η Ράνα Μίτερ, καθηγήτρια Κινεζικής Ιστορίας και Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Η ανισότητα αυτή, σε συνδυασμό και με τον τεράστιο πλούτο και τη δύναμη που ορισμένοι κλάδοι συγκέντρωσαν, ουσιαστικά απειλεί την κοινωνική σταθερότητα και τελικά την ίδια τη νομιμότητα του ΚΚΚ, εάν δεν τεθεί υπό έλεγχο. Η χρονική συγκυρία κατά την οποία δρομολογούνται οι προαναφερθείσες μεταρρυθμίσεις φανερώνει την πεποίθηση ότι η Κίνα δύναται να επιλύσει τα προβλήματά της διά μέσου του ίδιου υβριδικού συστήματος, αντί να ακολουθήσει το μοντέλο της Δύσης. Αλλωστε, τα μειονεκτήματα του δυτικού μοντέλου, από τη διαχείριση της πανδημίας του κορωνοϊού έως το χάος των αμερικανικών εκλογών και της αποχώρησης από το Αφγανιστάν, συχνά τα επαναλαμβάνει η Κίνα ως απόδειξη της φθοράς του.

«Το μοντέλο κρατικού ελέγχου όντως υπηρέτησε την Κίνα αποτελεσματικά στη μάχη κατά του ιού, αλλά ο κίνδυνος έγκειται όταν η πολιτεία δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό το ορατό της χέρι να πάει πιο μακριά, δημιουργώντας πολιτικό ρίσκο και συνθήκη μη προβλέψιμη για το κεφάλαιο», λέει ο πολιτικός σχολιαστής Τσεν Νταογίν. Το χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ, όπου έχουν εισαχθεί πολλές τεχνολογικές εταιρείες της Κίνας και έχουν στοχοποιηθεί από το Πεκίνο, έχασε σε αξία άνω των 600 δισ. δολαρίων από τον Ιούλιο. Τέλος, ο ακτιβιστικός λαϊκισμός του Σι Τζινπίνγκ επίσης δείχνει ότι έχει τη βεβαιότητα πως μπορεί να αποξενώσει τις ελίτ που βρίσκονται στη λάθος πλευρά, ενόσω εδραιώνει τη θέση του για τρίτη θητεία – βέβαια, δεν υπάρχει και κάποιος ορατός αντίπαλος.