ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Αυξήσεις φέρνει η μείωση των εισφορών

Ανάσα και για το 2022 σε εργαζομένους και εργοδότες από τον σημαντικό περιορισμό του μη μισθολογικού κόστους

Αυξήσεις φέρνει η μείωση των εισφορών

Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους αποτελεί προτεραιότητα στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής. Με δεδομένο ότι παραμένει σε ισχύ η προγραμματική δέσμευση της κυβέρνησης περί μείωσης του μη μισθολογικού κόστους κατά 5 μονάδες έως το 2023, με τις δύο ήδη μειώσεις (0,90% από 1.6.2020 και 3% από 1.1.2021), δεν παύει να αποτελεί μέγα ζητούμενο στην αγορά εργασίας το υψηλό «μη μισθολογικό κόστος».   

Σύντομο ιστορικό

Αυξήσεις φέρνει η μείωση των εισφορών-1

Το 2012 το ποσοστό του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών για τους μισθωτούς ήταν 46,56%.

Το 2014 μειώθηκε κατά 6 μονάδες, και έγινε 40,56%.

Το 2020 με τον Ν. 4670/2020, άρθρο 48 (νόμος Βρούτση), οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη – εργαζομένου, που αφορούν απασχολούμενους με καθεστώς πλήρους απασχόλησης συμπεριλαμβανομένων των απασχολουμένων στον δημόσιο τομέα με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, από 1.6.2020, μειώνονται κατά 0,90 ποσοστιαίες μονάδες.

Παράλληλα στη ΔΕΘ του 2019, ο πρωθυπουργός εξήγγειλε τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες για το 2021 στον ιδιωτικό τομέα, συνυπολογίζοντας και την ήδη εφαρμοσθείσα μείωση κατά  0,90 ποσοστιαίες μονάδες από 1.6.2020.

Αυτό νομοθετήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 31 του νόμου 4756/2020 (ΦΕΚ Α΄ 235/26.11.2020). Σημειώνουμε ότι η μείωση των εισφορών θα εφαρμόζεται στις εισφορές υπέρ τρίτων και δεν θα θίγει τις ανταποδοτικές εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης.

Η διάρκεια ισχύος των διατάξεων του εν λόγω άρθρου ορίστηκε έως την 31.12.2021.      

Παράταση για το 2022

Αυξήσεις φέρνει η μείωση των εισφορών-2

Με τροπολογία του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο «Ασφαλιστική μεταρρύθμιση για τη νέα γενιά», στο άρθρο 81, προβλέπεται η παράταση της εν λόγω μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών –για εργοδότες και εργαζομένους– κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες (από το ύψος που είχαν διαμορφωθεί την 1η Ιουνίου 2020) έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2022, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι περιορίζεται το μισθολογικό κόστος από τη διατήρηση των μειωμένων εισφορών έως το τέλος του επόμενου έτους. (Το σχέδιο νόμου ήδη ψηφίστηκε στη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής στις 2 Σεπτεμβρίου 2021.)  

Ετσι, από την 1η Ιανουαρίου 2021 η σωρευτική μείωση είναι κατά 3,90 ποσοστιαίες μονάδες στις ασφαλιστικές εισφορές. Δηλαδή το ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών που ήταν 40,56% τον Ιούλιο του 2019, μειώθηκε αρχικά στο 39,66% και με τη νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών από 1.1.2021 κατέβηκε στο 36,66%. Ετσι, αυξήθηκε κατά το αντίστοιχο ποσοστό η επιχειρηματική ρευστότητα, αλλά και το καθαρό εισόδημα των εργαζομένων.

Τι θα γίνει για το υπόλοιπο 1,1% μέχρι το 5%. Ως γνωστόν, η κυβέρνηση μέσω του ασφαλιστικού νόμου Βρούτση διατήρησε τη διάταξη του ασφαλιστικού νόμου Κατρούγκαλου, σύμφωνα με την οποία οι εισφορές υπέρ του επικουρικού θα μειωθούν από το 6,5% στο 6% (δηλαδή κατά 0,5 μονάδες) από την 1η Ιουνίου του 2022.

Αυξήσεις φέρνει η μείωση των εισφορών-3

Συγκεκριμένα, προβλέπεται η μείωση των εργοδοτικών εισφορών επικουρικού κατά 0,25% και ταυτόχρονα η μείωση των εργατικών εισφορών επικουρικού κατά επίσης 0,25%.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η διάταξη περί μείωσης των εισφορών επικουρικού κατά 0,5 μονάδες το 2022 παραμένει στη λειτουργία του νέου ταμείου επικουρικής ασφάλισης κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα, στελέχη του υπ. Εργασίας αναφέρουν ότι η μείωση αυτή θα εφαρμοστεί στο πλαίσιο της υλοποίησης της κυβερνητικής δέσμευσης περί μείωσης των εισφορών των μισθωτών κατά 5 μονάδες την περίοδο 2020-2023.

Ο στόχος για 5 μονάδες

Μένει συνεπώς να δούμε για τις υπόλοιπες 0,6 μονάδες που θα μείνουν μέχρι την εκπλήρωση της δέσμευσης περί μείωσης του μη μισθολογικού κόστους κατά 5 μονάδες έως το 2023, που ίσως προέλθουν από τις άλλες συνεισπραττόμενες εισφορές και, πιθανότατα, πάλι από εκείνες του ΟΑΕΔ.

* Ο κ. Γιώργος Δ. Χριστόπουλος είναι φοροτεχνικός – οικονομολόγος με συγγραφική και διδακτική εμπειρία. Εκπρόσωπος Τύπου και δημοσίων σχέσεων της ΠΟΦΕΕ, υπεύθυνος της επιστημονικής ομάδας της ΕΦΕΕΑ, μέλος της «mental Group Γ. Χριστόπουλος και Συνεργάτες», τ. καθηγητής ΤΕΙ. e-mail: [email protected]

Η υψηλή «φορο-ασφαλιστική σφήνα», αντικίνητρο για νέες προσλήψεις

Η «φορο-ασφαλιστική σφήνα» (tax wedge), δηλαδή το τι τελικά κοστίζει στην επιχείρηση συνολικά ο εργαζόμενος και το τι αυτός εισπράττει καθαρά (ως διαθέσιμο εισόδημα), είναι αδικαιολόγητα υψηλή στην Ελλάδα. Ανέρχεται στο 38,4%, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 30,8%, γεγονός για το οποίο ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, με δηλώσεις του έχει θέσει ως βασική προτεραιότητα την παραπέρα ελάφρυνση των εργοδοτικών εισφορών. Στην ίδια ρότα έχουν κινηθεί και οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα.

Να δούμε όμως τι λέει για το ίδιο ζήτημα η αγορά: 

ΣΕΒ: «Για να στραφεί προς την ανάκαμψη, τη στήριξη της απασχόλησης και της παραγωγικής εργασίας και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της η Ελλάδα πρέπει να στραφεί σύντομα στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας, των ασφαλιστικών εισφορών, εργοδοτών και εργαζομένων, με στόχο το -5% την επόμενη διετία». 

ΓΣΕΒΕΕ: «Διαχρονικά έχει επισημανθεί ότι αποτελεί για τους εργοδότες ένα σημαντικό αντικίνητρο προκειμένου να προχωρήσουν σε αύξηση του προσωπικού τους. Στην τρέχουσα συγκυρία όπου βιώνουμε τις δραματικές συνέπειες της υγειονομικής κρίσης στην οικονομία, κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η διατήρηση των θέσεων εργασίας». 

ΕΣΕΕ: «Η πανδημία αναδεικνύει εμφατικά πολλές από τις στρεβλώσεις και τα βάρη που δυσανάλογα σηκώνουν οι ελληνικές ΜμΕ, συγκριτικά με τις ανταγωνίστριές τους στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης».

Γιάννης Βρούτσης – πρώην υπ. Εργασίας (30.12.2020 ενόψει εφαρμογής των διατάξεων για τη μείωση από 1.1.2021): «Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους αποτελεί κεντρική επιλογή μας, γιατί ενισχύει το τρίπτυχο: θωράκιση της αγοράς εργασίας, βελτίωση στο εισόδημα των εργαζομένων και αύξηση των θέσεων απασχόλησης».

Αυξήσεις φέρνει η μείωση των εισφορών-4

Την ανάγκη ελάφρυνσης του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους της μισθωτής εργασίας υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, η Επιτροπή Πισσαρίδη, η οποία καλεί την κυβέρνηση να αναλάβει δράση για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους στην Ελλάδα. 

Η επιβάρυνση, δε, είναι υψηλότερη για τη μισθωτή παρά για τη μη μισθωτή εργασία. Ενδεικτικά, μισθωτός ο οποίος λαμβάνει καθαρό μισθό, ύψους 1.000 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή 14.000 ευρώ ετησίως), κοστίζει περίπου 23.000 ευρώ ετησίως στον εργοδότη. Εφόσον ο τελευταίος θελήσει να δώσει καθαρή αύξηση στον εργαζόμενο, ύψους 1.000 ευρώ ετησίως, τότε αυτό θα κοστίσει περίπου 2.000 ευρώ.

Την ίδια ώρα, μισθωτός ο οποίος λαμβάνει καθαρό μισθό 2.500 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή 35.000 ευρώ ετησίως) κοστίζει 76.000 ευρώ ετησίως στον εργοδότη, ενώ το κόστος του εργοδότη για καθαρή αύξηση 1.000 ευρώ ανέρχεται σε 3.000 ευρώ. 

Επίσης, για καθαρές μηνιαίες αποδοχές 999,04 ευρώ το 2020, το συνολικό κόστος στον εργοδότη είναι 1.616,29 ευρώ. Δηλαδή επαληθεύεται το ποσοστό 38,4% επιβάρυνσης της «φορο- ασφαλιστικής σφήνας» (tax wedge), που αναφέραμε πιο πάνω (ήτοι 1.616,29 μείον 999,04 = 617,25 ευρώ και 617,25:1.616,29= 38,20%). Αντίστοιχα στο 2021 βελτιώνεται κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώνεται στο ποσοστό στο 36,20%.