ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Σχέδιο έκδοσης νέου ομολόγου από την «Ελλάκτωρ» τον Νοέμβριο

Στόχος, η αναχρηματοδότηση παλαιότερου τίτλου με χαμηλότερο κόστος δανεισμού

schedio-ekdosis-neoy-omologoy-apo-tin-ellaktor-ton-noemvrio-561498034

«Ανεβάζει στροφές» η διοίκηση του ομίλου Ελλάκτωρ αναφορικά με τη διαδικασία αναχρηματοδότησης του διεθνούς ομολόγου που εξέδωσε ο όμιλος στο τέλος του 2019. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Κ», στόχος είναι να προχωρήσει η έκδοση νέου ομολόγου εντός του Νοεμβρίου. Ασφαλώς, το νέο ομόλογο θα πρέπει να είναι και αισθητά χαμηλότερης απόδοσης από το 6,4% του υφισταμένου – εκτιμάται ότι είναι εφικτό να γίνει μια έκδοση απόδοσης της τάξεως του 3,5%-3,8%.

Με τον τρόπο αυτό ο όμιλος θα εξασφαλίσει ένα σημαντικό χρηματοοικονομικό όφελος, λόγω της διαφοράς απόδοσης από το νυν ομόλογο. Επιπλέον, θα μετακυλιστεί σε μεταγενέστερο χρόνο η πληρωμή ενός σημαντικού ποσού. Στόχος είναι ο όμιλος να βρίσκεται σε πολύ ισχυρότερη οικονομική θέση τότε, ώστε να είναι ευκολότερη και η αποπληρωμή των εν λόγω ομολογιών. Αλλωστε, υπάρχουν σημαντικές προσδοκίες από τη μεγέθυνση της «πίτας» των δημοσίων έργων τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα.

Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2019, η τότε διοίκηση Καλλιτσάντση είχε επιλέξει να εκδώσει ένα διεθνές ομόλογο συνολικού ύψους 600 εκατ. ευρώ (ακολούθησε η άντληση επιπλέον 60 εκατ. ευρώ λίγες εβδομάδες μετά, αξιοποιώντας τη σχετική δυνατότητα), μέσω του οποίου επιχειρήθηκε η πρώτη βασικά αναδιάρθρωση χρέους του ομίλου Ελλάκτωρ. Με τα κεφάλαια αυτά αποπληρώθηκε το σύνολο του τραπεζικού δανεισμού της θυγατρικής «Ακτωρ», στοιχείο καθοριστικό για να συνεχίσει τη λειτουργία της και να μπορέσει να αντλήσει νέα χρηματοδότηση στο μέλλον. Το «αντίτιμο» για την έκδοση αυτή ήταν αφενός μεν το «τσουχτερό» επιτόκιο (που πάντως ήταν αντίστοιχο του μέσου χρηματοπιστωτικού κόστους του ομίλου εκείνη την περίοδο), αλλά και η επιβολή ενεχύρου σε μια σειρά «ασημικών» της «Ελλάκτωρ», όπως οι κλάδοι των παραχωρήσεων και των ΑΠΕ (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Ουσιαστικά επιβλήθηκε αυστηρός έλεγχος στον τρόπο διάθεσης των κεφαλαίων που εισρέουν στις δύο αυτές θυγατρικές, με αποτέλεσμα να καταστεί ιδιαίτερα δύσκολη η παροχή ρευστότητας στην «Ακτωρ».

Η εκτίμηση της διοίκησης στις αρχές του 2020 ήταν ότι η κατασκευαστική εταιρεία του ομίλου, απαλλαγμένη πλέον από τα χρέη και έχοντας εκκινήσει ένα πλάνο αναδιάρθρωσης και μείωσης του λειτουργικού κόστους, θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομα, χωρίς να απαιτεί πρόσθετα κεφάλαια. Η πραγματικότητα όμως εξελίχθηκε διαφορετικά, καθώς προέκυψαν έκτακτες ζημίες άνω των 120 εκατ. ευρώ από την –καταστροφική όπως αποδείχθηκε– δραστηριότητα του τομέα των φωτοβολταϊκών έργων. Ταυτόχρονα, ξέσπασε η πανδημία, η οποία επιβράδυνε σημαντικά τα έσοδα από τον τομέα των κατασκευών, όπως επίσης και την ανάληψη νέων έργων, καθώς αρκετοί διαγωνισμοί εμφάνισαν καθυστερήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, ήταν δεδομένο ότι θα επιχειρείτο η αναχρηματοδότηση του ομολόγου των 600 εκατ. ευρώ, προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των κεφαλαίων που διαθέτει ο όμιλος και να μην απαιτούνται συνεχείς αυξήσεις κεφαλαίου κάθε φορά που η «Ακτωρ» έχει ανάγκη ρευστότητας. Ταυτόχρονα, είναι κεφαλαιώδους σημασίας το να μειωθεί το κόστος κεφαλαίου για τον όμιλο. Ως εκ τούτου, η νέα διοίκηση έθεσε εξαρχής ως στόχο την αναχρηματοδότηση του εν λόγω ομολόγου.

Πηγές που πρόσκεινται στη διοίκηση του ομίλου σημειώνουν ότι αυτή ακριβώς την επιδίωξη εξυπηρετεί και η πρόσφατη μετακίνηση της έδρας διαπραγμάτευσης του ομολόγου από το International Stock Exchange (ΤΙSE), που εδρεύει στα Νησιά της Μάγχης, στο χρηματιστήριο της Βιέννης. Οπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, το εν λόγω χρηματιστήριο «προσέφερε έναν ελκυστικό και αποτελεσματικό τόπο διαπραγμάτευσης, συνηθισμένο για ομόλογα υψηλής απόδοσης, εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης (σε αντίθεση με το TISE) και με νομικό πλαίσιο συμβατό με το νομικό πλαίσιο του Χρηματιστηρίου Αθηνών». Υπενθυμίζεται ότι η μέση τιμή του ομολόγου κατά τις 30 ημέρες που προηγήθηκαν της αλλαγής του χρηματιστηρίου διαπραγμάτευσης ήταν 95,8, ενώ έκτοτε μέχρι και σήμερα η μέση τιμή του ομολόγου ήταν 99,03, εξέλιξη που ασφαλώς διευκολύνει τις κινήσεις αναχρηματοδότησης.