ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ενεργειακή κρίση αντιμετωπίζεται μόνο με μείωση κατανάλωσης

Η ενεργειακή κρίση αντιμετωπίζεται μόνο με μείωση κατανάλωσης

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες χρειάζεται να παρέμβουν σε επίπεδο ενεργειακής πολιτικής

Οι παράγοντες οι οποίοι προκάλεσαν τριπλασιασμό της τιμής του φυσικού αερίου στη Γηραιά Ηπειρο, εκτινάσσοντας το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος σε δυσθεώρητα ύψη, δεν πρόκειται να εξαλειφθούν. 

Παρά ταύτα, η επίλυση του προβλήματος προϋποθέτει ότι θα εξευρευθούν τρόποι να μειωθεί η χρήση ενέργειας και όχι μόνο να γίνει στροφή σε άλλες μορφές παραγωγής της. Η πρόσφατη κρίση έχει φέρει εμφανώς στο φως όλες τις αδυναμίες χωρών, όπως είναι η Βρετανία και η Ιταλία, οι οποίες εξαρτώνται σε μέγιστο βαθμό από τις εισαγωγές φυσικού αερίου. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να αποφύγει τα μελλοντικά του προβλήματα επισπεύδοντας τα σχέδιά του για τετραπλασιασμό της παραγωγικής ικανότητας αιολικής ενέργειας από τις υπεράκτιες εγκαταστάσεις του έως το 2030. Εντούτοις, τα πρόσφατα προβλήματα εφοδιασμού στη χώρα οξύνθηκαν από μια περίοδο με χαμηλό άνεμο. 

Μια αύξηση των ποσοτήτων φυσικού αερίου, που αποθηκεύονται, θα ήταν μια αναδρομική κίνηση, ενώ το να αναπτυχθούν νέοι τρόποι αποθήκευσης ηλεκτρικού ρεύματος απαιτεί χρόνο. Το να κατασκευαστούν, δε, νέοι πυρηνικοί σταθμοί θα μπορούσε να συμβάλει στην παραγωγή ενέργειας μόνο μετά το 2030.

Μια εναλλακτική λύση είναι η εστίαση στη μείωση της ζήτησης. Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, η αύξηση του πληθυσμού της Γης και η ανάπτυξη της οικονομίας τείνουν στο να χρειάζεται ο κόσμος έως το 2050 αρκετά περισσότερη ενέργεια από τα 600 εξατζάουλ, αντίστοιχη με 14 δισεκατομμύρια τόνους πετρελαίου. 

Αρα κάνουμε λόγο για μια μεγάλη αύξηση από τα 412 εξατζάουλ που καταναλώθηκαν το 2020 απ’ όλο τον πλανήτη. Ακόμα κι αν κατασκευαστούν μαζικά αιολικά πάρκα και φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, η χρήση των ορυκτών καυσίμων θα παραμένει ενεργή. 

Οπότε, στο σημείο αυτό η συζήτηση επικεντρώνεται στην εξοικονόμηση. Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας υπολογίζει ότι ο περιορισμός της υπερθέρμανσης στον 1,5 βαθμό Κελσίου πέραν των προβιομηχανικών επιπέδων έως το 2050 απαιτεί περιστολή κατανάλωσης στα 344 εξατζάουλ. Η σχεδόν κατά 50% μείωση της ζήτησης μπορεί κυρίως να επιτευχθεί κάνοντας τα εργοστάσια, τα αυτοκίνητα και ειδικά τα κτίρια λιγότερο ενεργοβόρα. 

Η παρέμβαση με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στη μειωμένη ζήτηση έχει να κάνει με την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Κανένα από τα μέτρα αυτά δεν θα αμβλύνει τον σημερινό πανικό των υψηλών τιμών και των ελλείψεων φυσικού αερίου. 

Ωστόσο, η γρήγορη κινητοποίηση τουλάχιστον θα συνδράμει στο να αρχίσουν να αποτρέπονται μελλοντικές κρίσεις. 

Τέλος, όπως παρατηρεί η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας, η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης είναι ο άριστος τρόπος να ενισχυθεί η ασφάλεια των ενεργειακών αποθεμάτων.