ΑΝΑΛΥΣΗ

Η «επιστροφή» των ορυκτών καυσίμων

Στην καρδιά της βιομηχανίας της Αγγλίας στο West Burton υπάρχει ένας σταθμός παραγωγής ενέργειας, απομεινάρι της εποχής των ορυκτών καυσίμων, ο οποίος έπειτα από 50 χρόνια λειτουργίας θα διακόψει τις εργασίες του.

i-epistrofi-ton-orykton-kaysimon-561535540

Στην καρδιά της βιομηχανίας της Αγγλίας στο West Burton υπάρχει ένας σταθμός παραγωγής ενέργειας, απομεινάρι της εποχής των ορυκτών καυσίμων, ο οποίος έπειτα από 50 χρόνια λειτουργίας θα διακόψει τις εργασίες του. Κι αυτό εντάσσεται στην παγκόσμια διαδικασία μετάβασης στην εποχή των καθαρών μορφών ενέργειας, όπως είναι o άνεμος και ο ήλιος. Πολύ σπανίως χρησιμοποιείται, όπως για μερικές ημέρες τον Σεπτέμβριο. Ο σταθμός στο West Burton δεν είναι κάτι παράξενο, μια και σε όλο τον κόσμο τα ορυκτά καύσιμα κάνουν μια αξιοσημείωτη επανεμφάνιση υπό τη μορφή δυναμικής οικονομικής ανάκαμψης, την οποία τροφοδοτεί η υψηλή τους ζήτηση μετά την πανδημία. Ανεξαρτήτως υποσχέσεων και σχεδίων, η μετάβαση στην πράσινη ενέργεια ακόμα βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία και ο κόσμος ολόκληρος βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Πόσο μάλλον αν σκεφθεί κανείς πως πρόκειται για έναν εθισμό 250 χρόνων και άνω, οπότε έχει πολύ βαθιές ρίζες.

H κατανάλωση γαιάνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου πιθανώς να ανέλθει σε πρωτοφανή επίπεδα έως τα μέσα του 2022.

Στην Ευρώπη ειδικά, όπου τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα ολοένα και γίνονται πιο δημοφιλή, οι πωλήσεις βενζίνης εκτινάσσονται και σε ορισμένες χώρες έχουν φθάσει στα υψηλά δεκαετίας. Στον δε αναπτυσσόμενο κόσμο, από τη Βραζιλία έως την Κίνα, η κατανάλωση φυσικού αερίου είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Η παγκόσμια πείνα για ενέργεια συμπίπτει με την περιορισμένη προσφορά, η οποία δημιουργείται από ένα σύνολο παραγόντων, εξακοντίζοντας τις τιμές της σε πολλές χώρες. Συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω διαπιστώνουμε πως η ζήτηση για ορυκτά καύσιμα τείνει να φθάσει στα προ πανδημίας επίπεδα, οπότε και οι εκπομπές ρύπων ακολουθούν ανάλογη πορεία. Αθροιστικά η κατανάλωση γαιάνθρακα, «μαύρου χρυσού» και φυσικού αερίου πιθανώς να ανέλθει σε πρωτοφανή ιστορικά επίπεδα έως τα μέσα του 2022. «Πρόκειται για την εκδίκηση των ορυκτών καυσίμων» τόνισε ο Τιερί Μπρο, ειδήμων στα ενεργειακά και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Sciences Po του Παρισιού. Η όλη κατάσταση φανερώνει ότι διερχόμαστε μια ανησυχητική νέα φάση κατά τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια με διογκούμενες εντάσεις ανάμεσα στους κατακερματισμένους στόχους για παράλληλη μείωση εκπομπών ρύπων, τη διατήρηση των τιμών σε χαμηλά επίπεδα και τη διασφάλιση επαρκών προμηθειών. Ο ρυθμός της προσπάθειας μετάβασης θα μπορούσε ακόμα και να διακυβευθεί, εάν η εκτίναξη των τιμών ενέργειας υπονομεύσει τη στήριξη των πολιτών στις πολιτικές αποτροπής της κλιματικής αλλαγής.

Οι εξελίξεις αυτές είναι δυσμενείς ενόψει της έναρξης των εργασιών της Συνδιάσκεψης του ΟΗΕ για το Κλίμα στη Γλασκώβη. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να αγνοήσουν τις πιέσεις από τις αυξημένες τιμές ενέργειας και πολλοί έχουν σπεύσει να αμβλύνουν τον αντίκτυπο με φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις, αλλά με τις συνεχείς προειδοποιήσεις για την ανήκεστο βλάβη στον πλανήτη ελάχιστοι αξιωματούχοι θα αποστούν των δεσμεύσεών τους για μείωση ρύπων. Ανω του 70% των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο φοβούνται πως η κλιματική αλλαγή θα τους πλήξει προσωπικά σε κάποιο βαθμό, όπως δείχνει μελέτη του Κέντρου Ερευνών Πιού.

Εν τω μεταξύ, όσο οι κυβερνήσεις ασχολούνται με τη μείωση των ρύπων τόσο οι επενδυτές απομακρύνονται από ρυπογόνες δραστηριότητες και οι εταιρείες μειώνουν δαπάνες και κλείνουν μονάδες. Βέβαια, η πράσινη ενέργεια δεν είναι εντελώς έτοιμη να αντισταθμίσει το κενό, οπότε προκαλείται ανισορροπία και αστάθεια τιμών. Συν τοις άλλοις, η εκτίναξη της ζήτησης για ενέργεια έχει θέσει υπό αμφισβήτηση πολλές υποθέσεις σχετικά με το πόσο γρήγορα μπορεί ο κόσμος να εγκαταλείψει τον γαιάνθρακα. Και όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο πανεπιστημιακός Τζέισον Μπόρντοφ, κοσμήτορας της Σχολής Κλίματος του Κολούμπια, «προβληματίζομαι διότι η ζήτηση για υδρογονάνθρακες δεν υποχωρεί αρκετά γρήγορα, ώστε να αντιστοιχηθεί με τη δυνητική υποεπένδυση στα ορυκτά καύσιμα».