ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δημογραφικές τάσεις και οικονομικές προοπτικές

dimografikes-taseis-kai-oikonomikes-prooptikes-561553795

Ο Thomas Robert Malthus (1766-1834) ήταν ο πρώτος οικονομολόγος που επεξεργάστηκε εκτενώς την αλληλεπίδραση και τις συνέπειες των διακυμάνσεων μεταξύ των πληθυσμιακών τάσεων και της οικονομικής ανάπτυξης («Δοκίμιο για τις Αρχές του Πληθυσμού», 1826). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως ότι αυτή η αλληλεπίδραση δεν επηρεάζει μόνο κυκλικές πτυχές της οικονομίας, αλλά και δομικές. Σε πρώτο επίπεδο, οι ρυθμοί ανάπτυξης, η αύξηση της παραγωγικότητας, το βιοτικό επίπεδο, τα ποσοστά αποταμίευσης, η κατανάλωση, οι επενδύσεις και η ανεργία επηρεάζονται άμεσα. Σε δεύτερο επίπεδο, οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων και των κατοικιών, καθώς και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και η νομισματική πολιτική, επηρεάζονται επίσης από τις δημογραφικές τάσεις.

Η πιο κοινή εκδήλωση μιας δημογραφικής κρίσης προϋποθέτει να συντρέχουν δύο συνθήκες: γήρανση του πληθυσμού και χαμηλά ποσοστά γονιμότητας. Αυτές οι συνθήκες εντοπίζονται συχνότερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Κοινωνίες με τέτοιο δυσμενές ηλικιακό προφίλ είναι κατά κανόνα πιο συντηρητικές, ενάντια σε καινοτομίες και αλλαγές. Επιπλέον επηρεάζονται καθοριστικά ο ρυθμός αποταμίευσης, οι δαπάνες και κατά συνέπεια η νομισματική πολιτική. Κλασική η περίπτωση της Ιαπωνίας, που για δεκαετίες εφαρμόζει μια χαλαρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική χωρίς το προσδοκώμενο αναπτυξιακό αποτέλεσμα.  Η Ελλάδα παρουσιάζει παρόμοιες τάσεις χωρίς το επίπεδο ευμάρειας της Ιαπωνίας. Η χώρα μας φιλοδοξεί να είναι μια εύπορη κοινωνία χωρίς να είναι μια εύπορη οικονομία.

Το ποσοστό γονιμότητας στην Ελλάδα βρίσκεται σήμερα κάτω από 1,3 γεννήσεις ανά γυναίκα, σχεδόν πανομοιότυπο με τις πιο προηγμένες οικονομίες. Το ποσοστό αυτό ήταν πάνω από 2,2 από το 1950 έως το 1980. Η οικονομική επέκταση που ακολούθησε οδήγησε σε δραματική και ταχεία πτώση, σε 1,5 έως το 1990 και κάτω από 1,3 το 2020. Τα Ηνωμένα Εθνη προτείνουν 2,1 γεννήσεις ανά γυναίκα ως την επιθυμητή αναλογία προκειμένου ένας πληθυσμός να παραμένει σταθερός. Αυτή η τάση είναι πλήρως εξηγήσιμη για την Ελλάδα – όπως και για τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Η μεταβολή των προτιμήσεων προς την κατεύθυνση οικογενειών μικρότερου μεγέθους προέκυψε λόγω του αυξανόμενου κόστους στέγασης και διαβίωσης, του υψηλού κόστους ανατροφής και εκπαίδευσης των παιδιών και της τάσης αστικοποίησης μετά τη δεκαετία του 1950.

Το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει παραμείνει σταθερός, μεταξύ 10 και 11 εκατ., τις τελευταίες δύο δεκαετίες οφείλεται στους μετανάστες. Πρόσφατα, όμως, και ως συνέπεια της παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης, οι ίδιοι οι Ελληνες μεταναστεύουν σε άλλους, ευρωπαϊκούς κυρίως προορισμούς. Αυτό μπορεί να αποβεί καθοριστικό για το μέλλον του τόπου, επειδή αυτοί που φεύγουν είναι συνήθως μεταξύ 25 και 40 ετών, που χαρακτηρίζονται ως η πιο ελπιδοφόρα, υποσχόμενη και δημιουργική πληθυσμιακή κατηγορία. Εδώ έχουμε μια επανάληψη ενός παλιού μοτίβου. Οπως και στις προηγούμενες μεταναστεύσεις κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα στην Αμερική, στον Καναδά, στην Ευρώπη και στην Αυστραλία, αυτοί που φεύγουν είναι εκείνοι που έχουν τις καλύτερες πιθανότητες επιτυχίας σε μια «ξένη χώρα».

Αυτό που είναι αδιαμφισβήτητο είναι ότι η Ελλάδα θα βρεθεί πολύ σύντομα αντιμέτωπη με μια μεγάλη δημογραφική ανισορροπία. Προβλέψεις δείχνουν ότι ο πληθυσμός της δεν θα υπερβαίνει τα 7 εκατομμύρια το 2050. Αυτή η πληθυσμιακή τάση θα έχει σοβαρές συνέπειες σε εθνικό, δημοσιονομικό και αναπτυξιακό επίπεδο. Αυτό θα συμβεί ενώ ο παγκόσμιος πληθυσμός προβλέπεται να αυξηθεί από 7,7 δισ. το 2020 σε πάνω από 9 δισ. το 2037, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Εθνη. Ο πληθυσμός της Τουρκίας –για να αναφέρω τυχαία μια χώρα για λόγους σύγκρισης– σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις αναμένεται να ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια έως το 2040.

Η χώρα μας φιλοδοξεί να είναι μια εύπορη κοινωνία χωρίς να είναι μια εύπορη οικονομία.

Στη χώρα μας, το αυξανόμενο ποσοστό των ηλικιωμένων θα ασκήσει σημαντική αυξητική πίεση στο κόστος της κοινωνικής ασφάλισης. Το σύστημα είναι διανεμητικό, δηλαδή οι σημερινοί εργαζόμενοι αναμένεται να καλύπτουν τις απαιτούμενες δαπάνες για τους σημερινούς συνταξιούχους. Το σύστημα υγείας θα επιβαρυνθεί αναλόγως. Παρά τη σημαντική δημοσιονομική περιστολή κατά τη διάρκεια της κρίσης την περασμένη δεκαετία, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες και το κόστος υγειονομικής περίθαλψης θα αυξάνονται συνεχώς στο μέλλον, με αποτέλεσμα μια δημοσιονομική «μαύρη τρύπα» που θα απορροφά όλο και περισσότερα κεφάλαια, τα οποία θα υπερβαίνουν το 20% και το 10% αντίστοιχα του ΑΕΠ, κάτι που είναι ΜΗ βιώσιμο. Μια πρώτη επιλογή είναι ένας νέος κύκλος περικοπής παροχών και δαπανών για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη. Κάτι τέτοιο στη μετά μνημονίων εποχή είναι αδύνατον να συμβεί για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους. Αλλωστε δεν είναι ούτε επιθυμητό, ούτε αναγκαία εναλλακτική πρόταση είναι η αύξηση του δανεισμού και της φορολογίας, που τελικά να βλάψει τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας και τις προοπτικές δημοσιονομικής βελτίωσης. Και οι δύο επιλογές πρέπει να αποκλειστούν ως επιβλαβείς για την επιβίωση του έθνους και της οικονομίας, μακροπρόθεσμα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, τι πρέπει να γίνει; Η Κίνα δείχνει τον δρόμο, κηρύττοντας δημογραφικό συναγερμό. Η χώρα του 1,41 δισ. κατοίκων διαπίστωσε ότι ο αριθμός των πολιτών παραγωγικής ηλικίας (15 έως 59) υποχώρησε το 2020 στα 894 εκατ., δηλ. κατά 5% συγκριτικά με το 2011. Η μείωση γεννήσεων μεταξύ 2020 και 2019 ήταν της τάξεως του 18%. Αυτό ήταν αρκετό για να ηχήσει ο κώδων του κινδύνου. Η Κίνα ανακοίνωσε άμεσα νέα μέτρα. Από τον Ιούνιο (2021) κάθε ζευγάρι θα μπορεί στο εξής να έχει μέχρι τρία παιδιά, αντί για δύο όπως ίσχυε από το 2015. Να θυμηθούμε ότι μέχρι τότε ίσχυε η πολιτική τού ενός παιδιού για δεκαετίες (από το 1978).

Μια ανάλογη αλλαγή πολιτικής στην Ελλάδα πρέπει να συνοδευθεί από υποστηρικτικά μέτρα που θα οδηγήσουν στη βελτίωση της πληθυσμιακής δομής, εισάγοντας για πολύτεκνες οικογένειες μια συνεκτική πολιτική επιδοτήσεων του κόστους στέγης και ενοικίων, των εκπαιδευτικών δαπανών, την επέκταση των παιδικών σταθμών, καθώς και την εισαγωγή φορολογικών κίνητρων και την ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων των μητέρων. Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθούν μέτρα που θα αποσκοπούν στην ενίσχυση της παραγωγής μέσω της τεχνολογικής προόδου, που αποφέρει υψηλότερη προστιθέμενη αξία απαιτώντας λιγότερο προσωπικό, ακόμη και μειωμένο ωράριο εργασίας για μητέρες.

Πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις στην ατζέντα κοινωνικής πολιτικής στον τομέα της υγείας για την αντιμετώπιση της γήρανσης του πληθυσμού και των συνεπειών της. Πρέπει να δοθεί έμφαση στις στρατηγικές πρόληψης και στην ψηφιακή βοηθητική τεχνολογία για την αυτοεξυπηρέτηση ατόμων τρίτης ηλικίας, παρέχοντάς τους ταυτόχρονα μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Εξίσου σημαντική είναι η εισαγωγή πολιτικών ένταξης νέων μεταναστών ως δίχτυ ασφαλείας για δημογραφική σταθερότητα.

Το πακέτο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανασυγκρότησης παρέχει τους πόρους. Υπολείπεται η κυβερνητική βούληση για ουσιαστική αντιμετώπιση του δημογραφικού μας προβλήματος. Αξίζει αυτή η χώρα να γιορτάσει το 2121 τα 300 χρόνια ανεξαρτησίας με πραγματικές προοπτικές επιβίωσης, αποφεύγοντας τη μοίρα της Καρχηδόνας όπως την περιέγραψε ο Μπρεχτ: «Η πόλη αυτή ξεκίνησε τρεις πολέμους. Μετά τον πρώτο ήταν ακόμη ισχυρή, μετά τον δεύτερο ήταν ακόμη κατοικήσιμη, μετά τον τρίτο ήταν αδύνατον να την εντοπίσεις». Η Ελλάδα επιβίωσε από περισσότερους από δύο πολέμους τους τελευταίους δύο αιώνες. Το δημογραφικό είναι άλλος ένας πόλεμος που δεν πρέπει να χαθεί.

* Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο York στο Τορόντο του Καναδά μέχρι το 1998. Την περίοδο 1998-2016 ήταν στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος με τον βαθμό του οικονομικού συμβούλου.