ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Τράπεζα της Τουρκίας «αθωώνει» τα επιτόκια, βλέπει σταθερή τη λίρα

Η Τράπεζα της Τουρκίας και ο πρόεδρός της, Σαχάπ Καβτσίογλου, υπερβαίνουν πλέον κάθε όριο παραδοξότητας

i-trapeza-tis-toyrkias-athoonei-ta-epitokia-vlepei-statheri-ti-lira-561564205

Η Τράπεζα της Τουρκίας και ο πρόεδρός της, Σαχάπ Καβτσίογλου, υπερβαίνουν πλέον κάθε όριο παραδοξότητας. Με την τουρκική λίρα να οδεύει ολοταχώς προς ισοτιμία 10 λιρών προς ένα δολάριο και με τον πληθωρισμό στη γειτονική χώρα να αγγίζει επισήμως το 20%, ο κ. Καβτσίογλου υπόσχεται πως η πρόσφατη μείωση των επιτοκίων θα σταθεροποιήσει τόσο το νόμισμα όσο και τις τιμές καταναλωτή στη χώρα.

Η υποτιμημένη λίρα θα φέρνει υψηλό πληθωρισμό και θα δυσχεραίνει εξαιρετικά την εξυπηρέτηση του χρέους, λένε οι αναλυτές.

Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε χθες, ο κ. Καβτσίογλου τόνισε πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για την αύξηση του πληθωρισμού και την πτώση της τουρκικής λίρας. Χαρακτήρισε μάλιστα «ευκαιρία» την πανδημία και τόνισε πως η Τουρκία άρπαξε αυτήν την ευκαιρία για να αναδειχθεί σε κέντρο παραγωγής και να επεκτείνει τις εξαγωγές της χάρη στο φθηνό νόμισμά της. Υποστήριξε πως το φθηνό νόμισμα θα διευκολύνει τη χώρα του να αντιστρέψει το χρόνιο πρόβλημα του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, καθώς αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι η Τουρκία εισάγει συνήθως περισσότερα από όσα εξάγει. Προέβλεψε επίσης πως «το κυρίως πρόβλημα της Τουρκίας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών», θα αντιστραφεί σε πλεόνασμα. Πιθανώς ο ισχυρισμός του βασίζεται στο ότι έπειτα από πολύ καιρό η Τουρκία κατέγραψε τον Αύγουστο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κυρίως χάρη στην ανάκαμψη του τουρισμού μετά την άρση των μέτρων κατά της πανδημίας. Σχετικό ρεπορτάζ των Financial Times υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές προεξοφλούν πως αυτό θα αντιστραφεί και πάλι σε έλλειμμα μόλις επιταχυνθεί η ανάπτυξη της οικονομίας.

Στην περίπτωση αυτή θα δεχθεί νέες πιέσεις η τουρκική λίρα, που από την αρχή του έτους έχει υποτιμηθεί κατά περίπου 23% έναντι του δολαρίου και η ισοτιμία της βρίσκεται πλέον στις 9,60 τουρκικές λίρες προς ένα δολάριο. Οπως υπογραμμίζει η βρετανική εφημερίδα, η επιχειρηματολογία του κ. Καβτσίογλου προκάλεσε για μία ακόμη φορά έκπληξη, αλλά και θυμηδία σε οικονομολόγους και αναλυτές.  Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση του Τιμ Ας, αναλυτή αναδυόμενων αγορών στην BlueBay Asset Management, ο οποίος χαρακτήρισε «ασυναρτησίες» τις δηλώσεις του κ. Καβτσίογλου.

Το πιο φιλικό προς την Αγκυρα σχόλιο από πλευράς οικονομικού αναλυτή ήταν αυτό του Ρότζερ Κέλι, οικονομολόγου ειδικευμένου σε θέματα Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, που επισήμανε ότι «ένα μέρος της συλλογιστικής της κυβέρνησης στέκει λογικά, επειδή ισχύει πράγματι πως μπορεί να βελτιωθεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών με τη στροφή στις εξαγωγές προϊόντων τεχνολογίας και ενδιάμεσων προϊόντων». Ο ίδιος διευκρινίζει, όμως, πως είναι «κοντόφθαλμη η ιδέα ότι μπορεί να επιτευχθεί τάχιστα πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών μέσω μιας βιομηχανικής πολιτικής που θα βασίζεται στην υποτιμημένη λίρα και όχι στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα». Και όπως υπογραμμίζουν, άλλωστε, πολλοί συνάδελφοί του, ο Ρότζερ Κέλι επισήμανε πως βραχυ/μεσοπρόθεσμα η υποτιμημένη λίρα θα φέρνει υψηλό πληθωρισμό και θα δυσχεραίνει εξαιρετικά την εξυπηρέτηση του χρέους που έχουν οι τουρκικές επιχειρήσεις. Σημειωτέον ότι οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν σε μεγάλο ποσοστό δανειστεί σε ξένο νόμισμα και αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην εξυπηρέτηση του χρέους τους.

Η διαρκής διολίσθηση της τουρκικής λίρας τα τελευταία σχεδόν πέντε χρόνια έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς το χρέος τους, ενώ μειώνονται τα έσοδά τους εφόσον είναι σε τουρκικές λίρες. Ως εκ τούτου, μεγάλος αριθμός τουρκικών επιχειρήσεων καταφεύγει τα τελευταία χρόνια σε αναδιαρθρώσεις χρεών, χωρίς βέβαια να αποφεύγει τις συνεχείς πιέσεις. Και βέβαια, το πρόβλημα του εξωτερικού χρέους δεν αφορά μόνο τις ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά το σύνολο της τουρκικής οικονομίας. Συνολικά η Τουρκία πρέπει να αποπληρώσει χρέος ύψους περίπου 170 δισ. δολαρίων, που λήγει μέσα στους επόμενους 12 μήνες.