ΑΝΑΛΥΣΗ

Όλοι θέλουν να σώσουν τον πλανήτη, κανείς δεν θέλει ακριβό ρεύμα

Όλοι θέλουν να σώσουν τον πλανήτη, κανείς δεν θέλει ακριβό ρεύμα

Η δημόσια συζήτηση για την ενέργεια και το κλίμα αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αλήθεια, ότι όλοι επιθυμούν να σώσουν τον πλανήτη αλλά ουδείς θέλει ακριβό ρεύμα στη χώρα του. Στη Διακήρυξη της Ρώμης, οι ηγέτες της «Ομάδας των Είκοσι» (G20) διατύπωσαν την πρόθεσή τους να διασφαλίσουν «δίκαιη και συντεταγμένη μετάβαση των ενεργειακών μας συστημάτων, ώστε να είναι προσιτά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις πιο ευάλωτες επιχειρήσεις και νοικοκυριά». Στη Διάσκεψη για το Κλίμα στη Γλασκώβη, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν κατέστη ακόμα σαφέστερος, επισημαίνοντας ότι είναι αναγκαίο να ασκηθεί πίεση στον ΟΠΕΚ και στη Ρωσία να αντλήσουν περισσότερο πετρέλαιο, ώστε να ανασχεθεί η άνοδος στις τιμές της ενέργειας. Ακούγεται ως ειρωνεία της τύχης, δηλαδή την ώρα που θέτεις πιο φιλόδοξους κλιματικούς στόχους να ζητάς αυξημένη παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, δεν πρέπει οι θέσεις αυτές να εκπλήσσουν, διότι η ενέργεια συνιστά θέμα περίπλοκο. Πίσω από απλές καθημερινές κινήσεις, όπως το να ανάψεις τον διακόπτη ή να βάλεις βενζίνη στο αμάξι, υπάρχουν περίπλοκες τεχνολογίες και μαζικές υποδομές, οι οποίες συνδέουν συχνά απομακρυσμένες χώρες ή ακόμα και διαφορετικές ηπείρους. Απαιτούνται πάμπολλα τεχνικά βήματα για την εξόρυξη, την επεξεργασία, τη μεταφορά και τη διανομή των παραδοσιακών πηγών ενέργειας, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, και αντιστοίχως πολυάριθμα βήματα για την παραγωγή ενέργειας από τον ήλιο, τον αέρα ή το νερό και τη διανομή της στα σπίτια μας, στα εργοστάσια ή στα οχήματα. Εξίσου περίπλοκη με τα τεχνικά ζητήματα της ενέργειας είναι και η συναφής πολιτική.

Ενώ οι ηγέτες θέτουν φιλόδοξους κλιματικούς στόχους, ζητούν αυξημένη παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η πολύπτυχη ενεργειακή πολιτική μπορεί να σχηματοποιηθεί σε ένα τρίγωνο, του οποίου οι πλευρές είναι η ασφάλεια, η ανταγωνιστικότητα και η βιωσιμότητα. Το πρώτο σχετίζεται με την αδιάλειπτη διαθεσιμότητα ενέργειας και έχει μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες διαστάσεις. Η μακράς διαρκείας ασφάλεια αφορά έγκαιρες επενδύσεις για την προμήθεια ενέργειας αναλόγως κοινωνικών αναγκών. Η βραχυπρόθεσμη εστιάζει στην ικανότητα του συστήματος ενέργειας να αντιδρά αυτόματα σε αιφνίδιες μεταβολές εντός ενός πλαισίου ισορροπημένης προσφοράς και ζήτησης. Η ανταγωνιστικότητα έχει να κάνει με το πόσο προσιτές είναι οι τιμές της ενέργειας τόσο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις όσο και σε διεθνές επίπεδο. Ελλείψει ανταγωνιστικότητας στην ενέργεια, μέρος του πληθυσμού θα οδηγηθεί σε ενεργειακή φτώχεια και θα υπονομευθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και της βιομηχανίας μιας χώρας – οπότε ως ζήτημα συνιστά μείζονα προτεραιότητα των κυβερνήσεων. Τέλος, η βιωσιμότητα αφορά τη μείωση ή, ιδανικά, την πλήρη άμβλυνση των καταστρεπτικών συνεπειών της ανίχνευσης, παραγωγής και κατανάλωσης της ενέργειας επί του κλίματος και του περιβάλλοντος.

* Ο κ. Simone Tagliapietra είναι επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Bruegel.