ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευκολότερη χρηματοδότηση επενδύσεων για επεξεργαστές

Χαλαρώνει τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων η Κομισιόν

Ευκολότερη χρηματοδότηση επενδύσεων για επεξεργαστές

Τη χαλάρωση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, ώστε να τονώσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία μικροεπεξεργαστών, εξετάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το ζήτημα θα τεθεί επί τάπητος στο σημερινό Κολέγιο των Επιτρόπων.

Σύμφωνα με έγγραφο που διέρρευσε στο πρακτορείο Bloomberg, με δεδομένη τη σημασία των μικροεπεξεργαστών (τσιπ) και τη δυσκολία στην εξασφάλιση προμηθειών, η Κομισιόν «ίσως να εξετάσει την έγκριση δημόσιας στήριξης για την κάλυψη πιθανών κενών χρηματοδότησης στο οικοσύστημα μικροεπεξεργαστών, ειδικά για τη σύσταση πρώτων του είδους τους [first-of-a-kind] ευρωπαϊκών εγκαταστάσεων».

Το έλλειμμα επεξεργαστών που πλήττει διαφορετικούς τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας κατά τους τελευταίους μήνες, από την παραγωγή ηλεκτρονικών συσκευών ώς την αυτοκινητοβιομηχανία, έχει αναδείξει τα όρια της στρατηγικής αυτονομίας της Ε.Ε. στις τεχνολογίες αιχμής. Το ζήτημα προκάλεσε ένταση μεταξύ κορυφαίων αξιωματούχων της Κομισιόν στα τέλη της περασμένης εβδομάδας.

Ο Γάλλος επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς Τιερί Μπρετόν, μιλώντας σε εκδήλωση στη Δρέσδη, δήλωσε την Παρασκευή ότι «η πεποίθηση πως η Ευρώπη θα πρέπει να εξαρτάται από άλλους για τους μικροεπεξεργαστές είναι μία ψευδαίσθηση», και ενδεικτική αφέλειας. Η Ευρώπη, είπε, πρέπει να έχει «τη μέγιστη παραγωγική δυνατότητα» στον στρατηγικό αυτό κλάδο – και οι ευρωπαϊκοί κανόνες περί ανταγωνισμού πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να διευκολύνουν αυτό το εγχείρημα.   

Νωρίτερα την ίδια μέρα, η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν με αρμοδιότητα για την ψηφιακή πολιτική και τον ανταγωνισμό, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, είχε δηλώσει ότι «η αυτάρκεια είναι ψευδαίσθηση». Η κ. Βεστάγκερ είχε προειδοποιήσει κατά μιας προσέγγισης οριζόντιων επιδοτήσεων που θα μεταφέρει στους φορολογουμένους μεγάλο μέρος του ρίσκου που θα έπρεπε να αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις. Η Ε.Ε., τόνισε η Δανή αξιωματούχος, θα έπρεπε να δαπανήσει προκαταβολικά 330 δισ. ευρώ για να καλύψει πλήρως τις ανάγκες της σε μικροεπεξεργαστές. Μια τέτοια προσέγγιση, είπε, θα οδηγούσε σε «πιο ακριβά τσιπ και σε αρνητικό αντίκτυπο σε κάθε λογής αγορές».

Το θέμα έχει διχάσει την Ε.Ε., αλλά η πίεση στη βιομηχανία από τις ελλείψεις επεξεργαστών είναι μεγάλη.

Η αντιπαράθεση είναι χαρακτηριστική των διαφορετικών προσεγγίσεων στο ζήτημα στην Ε.Ε. Χώρες όπως η Γαλλία θεωρούν προτεραιότητα να περιοριστεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό η εξάρτηση της Ε.Ε. ειδικά από χώρες της Ανατολικής Ασίας στον στρατηγικό αυτό κλάδο. Αλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, βλέπουν με μεγαλύτερο σκεπτικισμό κινήσεις που αντιβαίνουν στη λογική της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής.

Οι ελλείψεις στην προμήθεια μικροεπεξεργαστών έχουν υποχρεώσει εργοστάσια αυτοκινήτων στην Ευρώπη να αναστείλουν την παραγωγή τους. Η συζήτηση περί επιδότησης εγχώριας παραγωγής τσιπ έχει βρεθεί στο προσκήνιο σε σειρά κρατών-μελών της Ε.Ε. Η αμερικανική Intel, ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο, εξετάζει το ενδεχόμενο να ξεκινήσει παραγωγή στην Ευρώπη, υπό τον όρο ότι θα εξασφαλίσει κρατική στήριξη (μεταξύ των ποσών που έχουν αναφερθεί είναι 8 δισ. ευρώ).

Στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ενωσης στα μέσα Σεπτεμβρίου, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε το European Chips Act, πρωτοβουλία για την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ε.Ε. στην παραγωγή αυτού του βασικού συστατικού της ψηφιακής οικονομίας. Κεντρικός στόχος της πρωτοβουλίας, που θα λανσαριστεί το 2022, είναι ο διπλασιασμός του μεριδίου της Ε.Ε. στην παγκόσμια παραγωγή μικροεπεξεργαστών στο 20% έως το 2030.

Σε δήλωσή της προχθές από το Αϊντχόφεν, όπου επισκέφθηκε την εταιρεία ASML (την οποία χαρακτήρισε «μείζονα παίκτη στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα για τους μικροεπεξεργαστές»), η κ. Φον ντερ Λάιεν τόνισε την ανάγκη η έρευνα στον τομέα αυτό να συντονίζεται με τις ανάγκες της παραγωγής και τη σημασία «να γίνουμε καλύτεροι στον σχεδιασμό των τσιπ». Η πρόεδρος της Επιτροπής σημείωσε επίσης ότι «πρέπει να συντονίσουμε τη στήριξη που παρέχουμε σε επιχειρήσεις» για να διευρύνουν την παραγωγική τους ικανότητα και να «παράγουν νέα ευρωπαϊκά προϊόντα που χρησιμοποιούν μικροεπεξεργαστές αιχμής».

Οι τέσσερις κύριες χώρες-παραγωγοί τσιπ παγκοσμίως είναι η Κίνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν. Ολες οι χώρες αυτές έχουν αποφασίσει να επενδύσουν μαζικά στην επέκταση των δυνατοτήτων παραγωγής τους.