ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αβεβαιότητα για τη μετά PEPP εποχή, πιέσεις στα ελληνικά ομόλογα

Χαμηλώνουν οι προσδοκίες για συμμετοχή της Ελλάδας στο κανονικό QE – Δίνεται πλέον περισσότερο «βάρος» στις επανεπενδύσεις

Αβεβαιότητα για τη μετά PEPP εποχή, πιέσεις στα ελληνικά ομόλογα

Με ένα νέο «τεστ αντοχής» βρέθηκε αντιμέτωπη η αγορά ομολόγων της Ευρωζώνης, και ειδικά της Ελλάδας, μετά τα σχόλια αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενόψει της λήξης του έκτακτου προγράμματος PEPP και των αποφάσεων για το μέλλον και τη διάρκεια της ποσοτικής χαλάρωσης, η οποία θα «ορίσει» και το πότε θα έρθει η πρώτη αύξηση των επιτοκίων.

Σε ό,τι αφορά τα ελληνικά ομόλογα, η αβεβαιότητα εντείνεται. Τα μηνύματα από την ΕΚΤ αρχίζουν και χαμηλώνουν τις προσδοκίες για τη μετά PEPP εποχή, καθώς δίνεται πλέον περισσότερο «βάρος» στις επανεπενδύσεις και όχι στη συμμετοχή στο «κανονικό» QE (APP).

Οι δηλώσεις

Σε συνέντευξή της στο Bloomberg, η Ιζαμπελ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, δήλωσε πως μετά το τέλος του PEPP τα ελληνικά ομόλογα θα υποστηριχθούν από τις επανεπενδύσεις του PEPP, κάτι το οποίο η κεντρική τράπεζα θα «ζυγίσει» για να δει εάν αρκεί. «Η Ελλάδα ωφελείται πολύ από τις αγορές με το PEPP. Μελλοντικά, θα εξακολουθήσει να υπάρχει σημαντική παρουσία στην αγορά με το PEPP λόγω των επανεπενδύσεων. Θα πρέπει να συζητηθεί αν αυτό είναι αρκετό», τόνισε.

«Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα σχόλια, δεν φαίνεται ότι η Σνάμπελ τάσσεται υπέρ της συμπερίληψης των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο APP ή των αλλαγών στο πρόγραμμα γενικότερα», σχολιάζει μιλώντας στην «Κ» ο Αντουάν Μπουβέ, στρατηγικός αναλυτής της ING. «Είναι ανοιχτό το ερώτημα εάν οι επανεπενδύσεις από μόνες τους θα μπορούσαν να κρατήσουν υπό έλεγχο τα ελληνικά spreads», όπως προσθέτει. «Νομίζω ότι σε “φυσιολογικές” συνθήκες αυτό θα ήταν αρκετό, δεδομένου ότι είναι μικρή αγορά καθώς και λόγω της πλεονεκτικής δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας (π.χ. Ταμείο Ανάκαμψης, μεγάλη διάρκεια χρέους και χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης). Αλλά σε δύσκολες περιόδους, για παράδειγμα σε περίπτωση αναταραχής λόγω του tapering, η Ελλάδα θα είναι εκτεθειμένη ίσως και περισσότερο από άλλες αγορές».

Αξίζει να σημειώσουμε πως η ΕΚΤ έως τον Μάρτιο αναμένεται να αγοράσει ελληνικά ομόλογα αξίας περίπου 8 δισ. ευρώ περαιτέρω (από 30 δισ. ευρώ που είχε αγοράσει συνολικά έως τα τέλη Σεπτεμβρίου), ενώ στη συνέχεια, μέσω των επανεπενδύσεων, οι οποίες θα «τρέχουν» έως το τέλος του 2023, έχει περιθώριο να αγοράσει άλλα 5-6 δισ. ευρώ. Αν και οι αναλυτές έως τώρα ανέμεναν ευρέως ότι η Ελλάδα θα συμμετέχει σε όποιο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ή σε ενδεχόμενο νέο έκτακτο φάκελο μετά τη λήξη του PEPP, η ΕΚΤ δεν δίνει επίσημα κανένα σχετικό «σήμα» και φαίνεται ότι προετοιμάζει το έδαφος ακόμα και για το υπαρκτό ενδεχόμενο μιας αρνητικής έκπληξης.

Η στήριξη θα συνεχιστεί

Σε ό,τι αφορά τη ζωή μετά το PEPP γενικότερα, η Σνάμπελ τόνισε πως τον Μάρτιο δεν τελειώνει ουσιαστικά το πρόγραμμα καθώς αν και πιθανώς θα τελειώσουν οι αγορές υπό το PEPP, η στήριξή του θα συνεχιστεί, υπογραμμίζοντας έτσι τη σημασία του προγράμματος επανεπενδύσεων. Παράλληλα, ανέφερε ότι το «κανονικό» QE, το APP, το οποίο θα συνεχιστεί μετά τον Μάρτιο, «δεν είναι σαφές ότι είναι αναγκαίο να αποκτήσει την ευελιξία του PEPP», ενώ απέφυγε να απαντήσει εάν θα υπάρξει κάποιος νέος «φάκελος» με εξαιρέσεις τύπου PEPP.

Νωρίτερα, ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό δήλωσε ότι αύξηση των συμβατικών αγορών ομολόγων της ΕΚΤ μόλις λήξει το PEPP τον ερχόμενο Μάρτιο είναι μια πιθανότητα, αλλά δεν είναι απαραίτητη αυτή τη στιγμή.

Ως αποτέλεσμα τα ομόλογα, ειδικά της περιφέρειας, οδηγήθηκαν σε sell-off, με τις αποδόσεις των ελληνικών 10ετών να ενισχύονται κατά 7% στο 1,26%, των ιταλικών κατά 10% και στο 1,03%, ενώ κατά 17% αυξήθηκαν οι αποδόσεις στα 10ετή πορτογαλικά και στο 0,42%.

Αναφορικά με τον πληθωρισμό, η Σνάμπελ σημείωσε ότι οι κίνδυνοι είναι ανοδικοί και είναι πιθανό να κινηθεί υψηλότερα το 2022 από ό,τι είχε αρχικά αποτιμηθεί και να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Ανάλογες ήταν και οι δηλώσεις του Κλάας Νοτ της ΕΚΤ, σύμφωνα με τον οποίο «οι προοπτικές για τον πληθωρισμό αναμένεται να είναι πιο κοντά στον στόχο του 2% της τράπεζας από ό,τι πριν από την πανδημία, γεγονός που δικαιολογεί τη μείωση των νομισματικών κινήτρων». Τα σχόλια των αξιωματούχων της ΕΚΤ ώθησαν την αγορά να επιστρέψει και στα στοιχήματα για αύξηση των επιτοκίων έως τον Δεκέμβριο του 2022.