ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αρχίζει η συζήτηση για νέο Σύμφωνο Σταθερότητας

Aκόμη και με τις καλύτερες προϋποθέσεις, η Ελλάδα θα χρειαζόταν 53 χρόνια προκειμένου να μειώσει το χρέος της στο 70% του ΑΕΠ. Αλλά και για άλλες χώρες η άσκηση θα ήταν δύσκολη.

archizei-i-syzitisi-gia-neo-symfono-statherotitas-561613282

Aκόμη και με τις καλύτερες προϋποθέσεις, η Ελλάδα θα χρειαζόταν 53 χρόνια προκειμένου να μειώσει το χρέος της στο 70% του ΑΕΠ. Αλλά και για άλλες χώρες η άσκηση θα ήταν δύσκολη. Η Ιταλία θα χρειαζόταν 45 χρόνια, η Πορτογαλία 39, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Κύπρος και η Ισπανία 35, η Αυστρία και η Σλοβενία 25.

Τον υπολογισμό έκαναν ο δρ Γιώργος Ιωαννίδης και η δρ Παναγιώτα Κολιούση, στελέχη του Τμήματος Μελετών του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, στο πλαίσιο μελέτης που δημοσίευσαν για την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου. Ο υπολογισμός καταδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο πόσο οι υφιστάμενοι κανόνες, που προβλέπουν σύγκλιση σε χρέος έως 60% του ΑΕΠ και μείωση του υπερβάλλοντος ποσού κατά το 1/20 κάθε χρόνο, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα.

Η συζήτηση για το θέμα της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας έχει φουντώσει και αναμένεται να απασχολήσει, έστω και ανεπίσημα, το Eurogroup της προσεχούς Δευτέρας. Μεταξύ των πρωταγωνιστών της διαπραγμάτευσης, o ESM έχει διατυπώσει πρόταση –μέσω εγγράφου εργασίας– που προβλέπει να ανέβει το όριο χρέους στο 100% του ΑΕΠ.  Σύμφωνα με τους υπολογισμούς εκείνου του εγγράφου, αν χρειαζόταν να επιτύχει η Ελλάδα τον στόχο χρέους ίσου με 60% του ΑΕΠ σε 20 χρόνια, θα έπρεπε να έχει πρωτογενή πλεονάσματα 6%-7% του ΑΕΠ της κάθε χρόνο. Ακόμη και η πρότασή του, όμως, για αύξηση του ορίου στο 100%, θα δυσκόλευε μια χώρα σαν την Ελλάδα, καθώς θα απαιτούσε πρωτογενή πλεονάσματα 4%-5%.

Οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί καθιστούν εκτός πραγματικότητας τους ισχύοντες δημοσιονομικούς κανόνες.

Χθες, ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, μιλώντας σε συνέδριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το ίδιο θέμα, έδειξε να συμβαδίζει με τη γενική κατεύθυνση του εγγράφου εργασίας. Είπε συγκεκριμένα: «Ενα απλοποιημένο και αξιόπιστο δημοσιονομικό πλαίσιο θα μπορούσε να χτιστεί με επίκεντρο το όριο ελλείμματος 3% του ΑΕΠ, έναν υψηλότερο στόχο για το χρέος και έναν κανόνα που θα συνδυάζει δαπάνες και πρωτογενές ισοζύγιο». Με άλλα λόγια τάχθηκε υπέρ της αύξησης του στόχου για το χρέος και υπέρ κάποιας ειδικής μεταχείρισης ορισμένων δαπανών, βασικά επενδυτικών.

Οι δύο μελετητές του ΕΔΣ διατυπώνουν μια πρόταση με στόχο αφενός να μειώνεται μακροχρόνια και με βιώσιμο τρόπο το χρέος των κρατών-μελών, όπου αυτό είναι υψηλό, και αφετέρου η προσαρμογή να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση της οικονομίας και κυρίως τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τη θέση τους, ο ρυθμός δημοσιονομικής προσαρμογής πρέπει να προκύπτει μέσα από μια διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ του κράτους-μέλους και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στόχος της πρότασης είναι επίσης η προστασία των δημοσίων επενδύσεων.

Συγκεκριμένα, η πρόταση προβλέπει ότι εφόσον ο ρυθμός ανάπτυξης είναι 0,5%-1,49%, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να παραμείνει σταθερός, αν ο ρυθμός ανάπτυξης είναι μεταξύ 1,5% και 2,49%, το υπερβάλλον του 60% του ΑΕΠ χρέος πρέπει να μειώνεται κατά 0,5 του ρυθμού πραγματικής μεγέθυνσης και αν ο ρυθμός ανάπτυξης είναι πάνω από 2,5%, το υπερβάλλον χρέος πρέπει να μειώνεται κατά 0,7 του ρυθμού πραγματικής μεγέθυνσης. Ο επιπλέον δημοσιονομικός χώρος που δημιουργείται μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για επενδύσεις, σύμφωνα με την πρόταση.