ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η οικονομία μετά την COVID: οι «δυσκολίες των πεδιάδων» (*)

i-oikonomia-meta-tin-covid-oi-dyskolies-ton-pediadon-561651352

Ολες οι μεγάλες κρίσεις ανοίγουν νέους δρόμους. Το τέλος μιας κρίσης δίνει στις κυβερνήσεις την επιλογή να επανεκκινήσουν την οικονομία ενεργοποιώντας την ίδια οικονομική δομή, ή, εναλλακτικά, τους δίνεται η ευκαιρία να ενσωματώσουν τα διδάγματα από την κρίση επαναπροσδιορίζοντας τις πολιτικές τους, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις δυνατότητες της οικονομίας τους. Οι αλλαγές δεν μπορεί να είναι ούτε άμεσες ούτε υπερβολικές. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει η κατεύθυνση της πολιτικής, με την προσδοκία σε λίγα χρόνια να έχει αλλάξει και η τροχιά της οικονομίας. Καθοριστικοί παράγοντες είναι η ευελιξία των πολιτών να υιοθετούν το καινούργιο, η προθυμία του επιχειρηματικού κόσμου να εναρμονίζει την κερδοφορία με το δημόσιο συμφέρον και η ετοιμότητα του δημόσιου τομέα να εκσυγχρονίζει τις λειτουργίες του.

Η κληρονομιά της πανδημίας μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη εν προκειμένω. Επαναφέρει τις δύο επιλογές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Στην πρώτη, η οικονομία βγαίνει από την εντατική. Η παροχή οξυγόνου με τη μορφή επιδοτήσεων αποσύρεται σταδιακά. Η οικονομία ανακάμπτει, έχοντας όμως να αντιμετωπίσει δημοσιονομικά ελλείμματα και υψηλό χρέος, δύο συνθήκες που γίνονται τροχοπέδη στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό. Αποτέλεσμα, η επαναλειτουργία του προηγούμενου μοντέλου μαζί με τις υπάρχουσες οικονομικές παθογένειες. Στην περίπτωση της χώρας μας αυτό σημαίνει: χαμηλή παραγωγικότητα, πρακτικές φοροδιαφυγής, σπάταλο και αναποτελεσματικό κράτος, ελλιπείς κοινωνικές υπηρεσίες. Για άλλη μια φορά, το παλαιό εξοβελίζει το νέο.

Η δεύτερη επιλογή οδηγεί σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Πιο συγκεκριμένα: Η ψηφιακή εποχή είναι εδώ. Η ψηφιακή επικοινωνία, από διαπροσωπικό μέσο που ήταν, τώρα καλύπτει μια ευρεία γκάμα επικοινωνίας μεταξύ πολιτών και υπηρεσιών, αγορές λιανικής και χονδρικής και κάθε είδους δραστηριότητες όπως η διαδικτυακή διδασκαλία, οι οικονομικές και τραπεζικές συναλλαγές, ακόμη και η τηλεϊατρική. Οι νέες τεχνολογίες παρέχουν διαφάνεια και αποτελεσματικότητα, εξοικονομώντας ταυτόχρονα παραγωγικό χρόνο. Αυτό είναι μόνο η αρχή. Αν χρησιμοποιηθούν σωστά, παρέχουν ένα πλήρες λειτουργικό σύστημα που αναλύει δεδομένα, συνδέει και επαληθεύει πληροφορίες, εξορθολογίζει τη λήψη αποφάσεων και δημιουργεί συστήματα αρχειοθέτησης, που είναι το θεμέλιο όλων των προηγμένων οικονομιών και κοινωνιών, από την αρχαία Αίγυπτο μέχρι σήμερα. Η ψηφιακή οικονομία και διοικητική λειτουργία είναι το ζητούμενο, όχι η ψηφιακή επικοινωνία.

Η πανδημία έχει επισπεύσει αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο με θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Προσβλέποντας στο μέλλον, ο νέος προϋπολογισμός της Ε.Ε. έχει στόχο να «πυροδοτήσει» τη μετά COVID-19 ανάπτυξη με 3 και πλέον τρισ. ευρώ, συνυπολογιζομένων όλων των προγραμμάτων ανάκαμψης και επενδύσεων. Αποσκοπεί σε μια πράσινη, ψηφιακή, ανταγωνιστική οικονομία υποσχόμενη μια πιο δίκαια κατανεμημένη ευημερία. Να μια νέα ευκαιρία για τις λιγότερο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες. Ταυτόχρονα, όμως, οι νέες μορφές εργασίας έφτασαν πιο γρήγορα από το αναμενόμενο. Οδεύουμε προς έναν Θαυμαστό Νέο Κόσμο, με τους όρους του Αλντους Χάξλεϊ. Οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες και ο αυτοματισμός θα μειώσουν τη ζήτηση για εργασία σε πολλούς τομείς. Ενας αναδιαρθρωμένος δημόσιος τομέας θα είναι πιο αποτελεσματικός με πολύ λιγότερους εργαζομένους. Οι παραγωγικές μονάδες θα μειώσουν δραστικά το εργατικό τους δυναμικό. Ο παράγοντας «εργασία» στους τομείς των υπηρεσιών και του λιανικού εμπορίου θα συρρικνωθεί, μειώνοντας τα λειτουργικά τους έξοδα ως μηχανισμό επιβίωσης.

Και στη χώρα μας, οι επερχόμενες αλλαγές οδηγούν σε νέες μορφές αγοράς εργασίας, που απαιτούν νέες δεξιότητες με νέες απολαβές. Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε να αντιμετωπίσουμε τις τεκτονικές αλλαγές που έρχονται; Ο προσανατολισμός του σχολικού μας συστήματος είναι ακαδημαϊκός σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Υπάρχει ελάχιστη ή καμία σχέση μεταξύ εκπαίδευσης και χώρου εργασίας. Εχουμε καθυστερήσει δεκαετίες να δημιουργήσουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα βάσει των ευρωπαϊκών προτύπων. Στο άμεσο μέλλον, είναι οι δεξιοτεχνίες (skills) που θα εγγυώνται το εισόδημα και όχι ένα πανεπιστημιακό πτυχίο γενικών γνώσεων. Ακόμη και ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να συνδέεται με την απόκτηση δεξιοτήτων, οδηγώντας σε πιστοποίηση και επαγγελματική προστασία. Παράλληλα, πρέπει να ενισχυθεί η νομική προστασία της εξ αποστάσεως εργασίας ως «κανονικής» εργασίας που θα διασφαλίζει όλα τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος της εμφάνισης μορφών μαύρης εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Αξίζει επίσης να σκεφτούμε και άλλες ευκαιρίες που αναδεικνύονται από την πανδημία. Ολο και περισσότεροι αναλυτές μιλούν για την αρχή μιας τάσης απο-παγκοσμιοποίησης. Η προσδοκία είναι ότι θα δούμε ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγικής δραστηριότητας ως προστασία απέναντι στις δυσλειτουργίες της εφοδιαστικής αλυσίδας και στο αυξανόμενο κόστος μεταφορών που έφερε στο προσκήνιο η πανδημία. Οι προοπτικές αυτές επιβάλλουν την επανεξέταση προγραμμάτων βιοτεχνικής και ίσως βιομηχανικής παραγωγής, ιδιαίτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο συνεργασίας.

Οπως στον υπόλοιπο κόσμο έτσι και στη χώρα μας, οι επερχόμενες αλλαγές οδηγούν σε νέες μορφές αγοράς εργασίας, που απαιτούν νέες δεξιότητες με νέες απολαβές.

Υπάρχουν όμως και κόκκινες σημαίες στην πορεία. Το γεγονός ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν χαμηλά θα δώσει το κίνητρο στις κυβερνήσεις –προφανώς και στην ελληνική– να δανειστούν πέρα των δυνατοτήτων τους. Οι κίνδυνοι γνωστοί. Συντήρηση ενός μεγάλου, μη αποτελεσματικού και σπάταλου πελατειακού κράτους. Είναι καιρός σε αυτή τη χώρα να μάθουμε τι σημαίνει ένα σύγχρονο μείγμα πολιτικής που βασίζεται στην αρχή ότι τον πλούτο τον παράγεις πριν τον διανείμεις, και όχι το αντίθετο.

Πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσουμε ότι η ελληνική οικονομία πριν από την πανδημία δεν ήταν ούτε βιώσιμη ούτε χωρίς αποκλεισμούς. Η κοινωνία του μέλλοντος πρέπει να ανταποκρίνεται και στις δύο αυτές συνθήκες. Οι Ελληνες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η περιπόθητη σύγκλιση με τις ευρωπαϊκές οικονομίες αποδείχθηκε ανέφικτη και παραπλανητική. Μια αλλαγή «παραδείγματος» ενδεχομένως είναι η μόνη βιώσιμη εναλλακτική.

Κλείνοντας, να πω ότι ο Τσαϊκόφσκι είχε κατηγορηθεί ως αντιγραφέας και μιμητής. Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό σε αυτό εφόσον είσαι εξαιρετικός αντιγραφέας και μιμητής. Η Ελλάδα ας μπει σε έναν νέο κύκλο ανάπτυξης παίρνοντας παράδειγμα από τους καλύτερους. Ενα πρέπει να αποφύγει, να μιμηθεί τον εαυτό της. Το Καστελλόριζο παραμένει πολύ κοντά μας.

(*) Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποίημα «Συνειδητοποίηση».

* Ο κ. Γιώργος Στούμπος διετέλεσε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίαςστο Πανεπιστήμιο York στο Τορόντο του Καναδά μέχρι το 1998. Την περίοδο 1998-2016 ήταν στέλεχος της Τράπεζας της Ελλάδος με τον βαθμότου οικονομικού συμβούλου.