ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

2022: Η αβεβαιότητα ως κανονικότητα

2022-i-avevaiotita-os-kanonikotita-561651361

Το 2021 θα μείνει στην οικονομική ιστορία ως το έτος της μεγάλης μεταβολής: Από τη «δομική στασιμότητα» (secular stagnation) η οποία έφθασε στο απόγειό της με την πανδημία, στην «οικονομία των ελλείψεων» (shortage economy). Η ταχύτητα μεταβολής ήταν και είναι πρωτοφανής καθώς από την περιορισμένη δαπάνη και την υποτονική ζήτηση, οι προσαρμόσιμες στους περιορισμούς της πανδημίας οικονομίες αναπτύσσονται πλέον ταχύτατα και οι πληθωριστικές πιέσεις κινδυνεύουν να παγιωθούν. Ταυτοχρόνως, έχει ήδη γίνει αποδεκτό διεθνώς ότι τόσο η διάρκεια της πιέσεως των τιμών όσο και το ύψος αυτών έχουν υπερβεί τις αρχικές εκτιμήσεις, με αποτέλεσμα ο διοικητής της Fed J. Powell να έχει ήδη συνταξιοδοτήσει τον όρο «προσωρινός» για τον πληθωρισμό. Οι αρχικές εκτιμήσεις ενός παροδικού πληθωρισμού κόστους λόγω της αποδιοργάνωσης της εφοδιαστικής αλυσίδας έχουν δώσει τη θέση τους σε έναν άνευ προηγουμένου πληθωρισμό ζήτησης που αναμένεται να κυριαρχήσει μέσα στο 2022. Ενώ οι δυνάμεις της προσφοράς έχουν γρήγορα ανακάμψει και υπερβεί τα όρια του 2019, η ζήτηση για πρώτες ύλες και εμπορεύματα, για ενέργεια, για επιπλέον παραγωγικό και μεταφορικό δυναμικό, η ζήτηση για σταθερά περιουσιακά στοιχεία αλλά και για μετοχές, και, τέλος, ιδίως η ζήτηση για εργατικό δυναμικό, έχει εκτοξευθεί στον ουρανό. Η αύξηση του διεθνούς εμπορίου (+2,5% το 2022) συνεχίζεται αλλά με αναδιοργάνωση της δομής και των διαδρομών.

Παρά τις όποιες επιμέρους ιδιαιτερότητες όπως, για παράδειγμα, οι διαφορές στο μείγμα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε Ευρωζώνη και ΗΠΑ, οι αγορές έχουν πλημμυρίσει από έναν ωκεανό ρευστότητας. Οι αποταμιεύσεις έχουν επίσης συνολικά υπερδιπλασιαστεί του κανονικού. Μόνο στη Γαλλία, στο γ΄ τρίμηνο του 2021, από τα 300 δισ. περίπου των αποταμιεύσεων, τα 200 οφείλονται στην υποκατανάλωση της πανδημίας ή και στη σχετική κρατική χρηματοδότηση. Πού οδηγεί αυτή η κατάσταση; Η άρνηση μερίδας εργαζομένων να επιστρέψουν στο εργατικό δυναμικό (-2% στις ΗΠΑ) ή οι συνεχείς παραιτήσεις («the great resignation»), που αντικατοπτρίζουν μια σιωπηλή επανάσταση του κόσμου της εργασίας απέναντι στα χαμηλά εισοδηματικά μερίδια και στις εξοντωτικές συνθήκες της εργασίας, εντείνουν τις προβλέψεις εκείνων που υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις των τιμών θα έχουν κι άλλους γύρους και θα καταλήξουν σε πληθωριστικές προσδοκίες. Εκτός κι αν οι επιχειρήσεις απορροφήσουν τις αυξήσεις αυτές, πράγμα όμως απίθανο με την τρομερή ζήτηση που υπάρχει. Τι κίνητρο για κάτι τέτοιο έχουν; Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες που δείχνουν ότι τα «κύματα ακρίβειας» μπορεί να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια. Η «πράσινη μετάβαση» σε μια ανέτοιμη με σχετικές επενδύσεις παγκόσμια οικονομία, θα οδηγεί πιθανώς σε περιόδους πληθωρισμού κόστους εφεξής.

Ενας τρόπος να δει κανείς αυτό που πραγματικά προβλέπουν οι αγορές είναι να τοποθετήσει την παρούσα κατάσταση στο πλαίσιο ενός «Greenspan Conundrum». Παρά τη διαφαινόμενη αλλαγή στάσης της Fed με τις προαναγγελθείσες, ίσως και τρεις, αυξήσεις επιτοκίων κατά 250 μονάδες βάσης το 2022, οι αποδόσεις του 10ετούς κρατικού ομολόγου αποκλίνουν σημαντικά, παραμένοντας καθηλωμένες γύρω στο 1,50%. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι ίσως οι μακροπρόθεσμες μεταβολές των επιτοκίων με βάση τον πληθωρισμό να είναι τελικά μικρότερες. Είτε γιατί περιμένουν ο πληθωρισμός να είναι τελικά παροδικός, είτε αντιθέτως γιατί περιμένουν να πληθωριστεί το χρέος, το οποίο πράγματι έχει εκτοξευτεί παντού, είτε γιατί περιμένουν τελικώς μια επιστροφή μεσομακροπρόθεσμα στη μέτρια ανάπτυξη με μέτριο πληθωρισμό.

Στην Ελλάδα η προσοχή πρέπει να είναι διπλή. Οχι μόνο γιατί ο εισαγόμενος πληθωρισμός πλήττει τα εισοδήματα και άρα μπορεί να μετριάσει την ανάκαμψη. Αλλά και γιατί το παραγωγικό κενό υπολογίζεται περίπου στο 0% το 2022, με φυσικό ποσοστό ανεργίας γύρω στο 13%. Επομένως, εάν δεν αυξηθεί αποφασιστικά η παραγωγικότητα με νέες επενδύσεις, κάθε δυναμική αύξηση της ζήτησης μπορεί να καταλήγει σε ανάλογη εκτόξευση των τιμών.   

* Ο κ. Θεόδωρος Πελαγίδηςείναι υποδιοικητής της ΤτΕκαι καθηγητής οικονομικής ανάλυσης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.